Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Λόγιοι και καθηγητές της επαρχίας Καλαβρύτων κατά τα παλαιότερα χρόνια.

του Θανάση Τζώρτζη 
Αγάπιος: ιερομόναχος από Παγκράτι, διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στην επαρχία Καλαβρύτων (Ν. Κ. Διαμαντόπουλου – Επ. τ. Καλ/των 1969). Μαθητής Ησαΐου του Αργείου και της Βυτίνης, χρημάτισε δάσκαλος στο Σωποτό τα έτη 1804 έως 1806, έπειτα «εν Στεμνίτση, Μαγουλιάνοις, Δίβρη, και πάλιν εν Μαγουλιάνοις», όπου και απέθανε σε βαθειά γηρατειά (Γ. Π.). Αναφέρεται σε λογαριασμό φαρμάκων του Αναγν. Παπαγιαννακόπουλου, στις 23 9βρίου 1822, με το ποσό των 15 γροσίων «του διδασκάλου Αγαπίου ιεροκύρικος» και κατά την 7 Φεβρουαρίου 1823: «…και γρόσ. Του ιεροκήρυκος Αγαπίου…» (Αρχ. Ελλην. Παλιγγ. τ. 15Γ, σ. 204 και τ. 16. σ. 170).
Αγγελόπουλος Ιωάννης: δάσκαλος που αναφέρεται το 1830 να διδάσκει στην Κέρτεζη και έπειτα να υπηρετεί σχολάρχης στην Αθήνα. Πατέρας καθηγητών και πολιτευομένων (Ευαγγελίδης, τ. Α΄. σ. 359).
Αθανασιάδης Κωνσταντίνος του Βασ.: καθηγητής, ετών 42. Καταγόταν από Καλάβρυτα, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 13 Δεκέμβρη 1943, στα Καλάβρυτα (Ιστορ. της Αντίστ. 1940-1945, σ. 982, Μάγερ, σ. 718). Μέσω του Αθανασιάδη που μιλούσε αγγλικά ο Γερμανός αξιωματικός που διοικούσε το εκτελεστικό απόσπασμα είπε ψέμματα στους Καλαβρυτινούς για να τους καθησυχάει ότι δεν επρόκειτο να τους εκτελέσουν, όταν τους είχαν έτοιμους για εκτέλεση… έδωσε και το λόγο της τιμής του, όπως θυμάται ο Γεωργαντάς (Μάγερ, σ. 419-420, 465).
Αναγνωστόπουλος Αθαν.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος, καταγόμενος από την Κέρτεζη  των Καλαβρύτων.
Αναγνωστόπουλος Ν.: δάσκαλος το 1906 από τους Λαπαναγούς (Π…, σ. 236).
Ανανίας: μοναχός και ιεροκήρυκας από την Στρέζοβα (Δάφνη), διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στην επαρχία Καλαβρύτων (Ν. Κ. Διαμαντόπουλου – Επ. τ. Καλ/των 1969). Θείος και προστάτης του επιζώντος το 1906 ιερέως εκ Στρεζόβης γέροντος Κωνσταντίνου Ανανιάδου, μαθητής του Δοσίθεου και του Πανάγου γεροφίλη ή Γαρουφαλή, έκτισε το 1912 με δικές του δαπάνες σχολείο στη Στρέζοβα, εκεί όπου η οικία του ιερέως Μπουσιώτη και εδίδασκε σ’ αυτό μέχρι της επαναστάσεως. Το 1829 επί Καποδίστρια, με συνδρομή του τοποτηρητού Ωλένης Κυρίλλου και ύστερα από ενέργειες του Οικονόμου Λοντοτσακίρη από το Σωποτό, ετοποθετήθηκε δάσκαλος στη μονή της Αγίας Τριάδος στο Λειβάρτζι μέχρι το 1834 και έπειτα μετέβη στη Λυκούρια, Κοντοβάζαινα και Δίβρη και από εκεί στη Στρέζοβα όπου και πέθανε το 1854 (Π…, σ. 73).
Ανανίας: μοναχός στη μονή Φονιά από Ζαρούχλα , μύστης της Φιλικής Εταιρείας, κατηχών τους πέριξ, ευρίσκετο σε συνεννόηση με το Σ. Χαραλάμπη (Π…, σ. 312 ).
Αναστασόπουλος Κων.: δημοδιδάσκαλος στο Συρμπάνι  το 1906.
Ανδριόπουλος Σερ.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος από τα Σουδενά των  Καλαβρύτων.
Αντωνίου Γρηγόριος: αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π. ότι ήταν καθηγητής καταγόμενος από το χωριό Συλίβαινα (βλ. λ.) (Π…, σ. 312).
Αντωνίου Σπ.: αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π. ότι ήταν ελληνοδιδάσκαλος από τη Βυσωκά .
Αντωνόπουλος Π.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν ελληνοδιδάσκαλος, καταγόμενος από την Κέρτεζη  των Καλαβρύτων.
Αποστολόπουλος Βασ.: αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π. ότι ήταν δημοδιδάσκαλος καταγόμενος από το χωριό Συλίβαινα  (Π…, σ. 312).
Αποστολόπουλος Κωνστ.: αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π. ότι ήταν Ελληνοδιδάσκαλος καταγόμενος από το χωριό Συλίβαινα  (Π…, σ. 312).
Αργυρόπουλος Αθ.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος καταγόμενος από Καλάβρυτα (Π…, σ. 168).
Αργυρόπουλος Β. Γεώργιος: ελληνοδιδάσκαλος από το Βραχνί  των Καλαβρύτων, που αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π.
Αργυρόπουλος Ιω.: καθηγητής από το Βραχνί (βλ. λ.) των Καλαβρύτων που αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π..
Ασημακίδης Δοσίθεος: ιερομόναχος από Πετσάκους, διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στην επαρχία Καλαβρύτων (Ν. Κ. Διαμαντόπουλου – Επ. τ. Καλ/των 1969). «Μαθητής του Δοσιθέου και του Πανεπιστημίου, διδάσκαλος εν Κυπαρισσία (1845-56)» ιεροκήρυκας Αθηνών και επίσκοπος Θηβών (Γ. Π.).
Βαγενάς Αριστ.: δάσκαλος το 1906 στους Λαπαναγούς .
Βαγενάς Π: δάσκαλος το 1906 από τους Λαπαναγούς (Π…, σ. 236).
Βενέδικτος: ιερομόναχος από Κόκοβα, διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στην επαρχία Καλαβρύτων (Ν. Κ. Διαμαντόπουλου – Επ. τ. Καλ/των 1969). «Περί το τέλος του 18ου αιώνος εδίδασκεν εν Βενετία τα Ελληνικά και Λατινικά ο γέρων ιερομόναχος Βενέδικτος εκ του χωρίου Κόκοβας και της μονής της Αγ. Λαύρας και τω 1799 επανήλθεν εις την μονήν του, επεσκέφθη και το σχολείον Σοπωτού και επαινέσας την προθυμίαν των κατοίκων ελυπήθη μη δυνάμενος ως υπεργήρως να μεταδώση τα φώτα του και μετ’ ολίγον απέθανεν εν τη μονή του» (Γ. Π.).
Βησσαρίων: ιεροδιάκονος από Χαλκιάνικα Νωνάκριδος, μαθητής του Δοσιθέου, διδάσκαλος στην Κων/πολη προ του αγώνος, μετά δε τον αγώνα στην Ζάχολη της Κορινθίας μέχρι τέλους (Γ. Π., σ. 68). Από έγγραφο του Εκτελεστικού με ημερομηνία 11ηΔεκεμβρίου 1822, διατάσσεται «ο ιεροδιάκονος Βησσαρίων Ευσταθιάδης να σταλή (για τιμωρία) εις το ιερόν μοναστήριον των Αγίων Αποστόλων εν Πελοποννήσω και να μένη εκείθι δύο ολόκληρους μήνας εν λιτότητι ζών» (Αρχ. Ελλ. Παλλιγγ. τ. 10, σελ. 37).
Βονίτης Διονύσιος: (ή Βονιτόπουλος), το 1825 ήταν δάσκαλος στη Βαμβακού και το 1832 στάλθηκε δάσκαλος στη Βρέσθενα όπου το α΄ έτος είχε 36 μαθητές και το β΄ 29. Εδίδασκε θρησκευτικά και ελληνικά από χειρόγραφο Αναγνωσματάριο. Κάθε μαθητής πλήρωνε 2-3 γρόσια, 8 οκάδες σιτάρι και ανάλογο κρασί, τυρί και όσπρια, αλλά οι μαθητές δεν ήσαν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και χρωστούσαν στο δάσκαλο 8-9 μηνιάτικα, ικανοποιούταν όμως σε θέματα ιατρικών συνταγών. Εδίδαξε επί 3 έτη μέχρι και το 1835 και ξαναγύρισε στη Βαμβακού. Προσκληθείς ως δάσκαλος εις Βασσαρά δεν πήγε και μετέβη στη μονή της Μετανοίας του το 1842 όπου και πέθανε το 1866 (Ευαγγελίδης, τ. Α΄. σ. 349).
Βουρτσιάνης Αλέκος: από Μαζέϊκα, καθηγητής στέλεχος της Εθνικής Αντίστασης, ο οποίος δολοφονήθηκε από παρακρατικούς κοντά στα χωριά Τρεκλίστρα και Μπούμπουκα της Λαπάτας στις 19/4/1945 (Παλαιολογόπουλος Δημ.). Στην έκθεση Βέντε (βλ. λ.) αναφέρεται ότι ήταν πολιτικός ηγέτης των ανταρτων του ΕΛΑΣ και ότι στα Μαζέϊκα υπήρχαν έξι μέλη της κομμουνιστικής οργάνωσης και έξι ακόμα μέλη της «Εθνικής  Αλληλεγγύης Μαζεΐκων (Μάγερ, 154).
Γαλακτίων: από την Στρέζοβα (Δάφνη), διδάσκαλος στο Σοποτό από 1790, πριν την ανοικοδόμιση του ελληνικού σχολείου, όπου μετά την οικοδόμιση αυτού προσεκλήθη από τους εφόρους ως πρώτος δάσκαλος αυτού και εδίδαξε εκεί μέχρι το 1799. Μαθητής του εξ’ Αραχώβης των Καλαβρύτων Παρθενίου, δασκάλου το 1760 στη Τρίπολη (Γ. Π.: Επαρχία…, 67, 72).
Γαλάνης Ανδρέας του Κων.: δάσκαλος, ετών 30. Καταγόταν από Ρωγούς, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 8 Δεκέμβρη 1943, στους Ρωγούς Καλ/των (Ιστορ. της Αντίστ. 1940-1945, σ. 979).
Γαλιώνης Θεόδ.: δημοδιδάσκαλος από το Λαγοβούνι .
Γεροφίλης Πανάγος: από Στρέζοβα, διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στην επαρχία Καλαβρύτων (Ν. Κ. Διαμαντόπουλου – Επ. τ. Καλ/των 1969). Μαθητής του Δοσιθέου καθώς και των σχολών Κων/πόλεως και Χίου, υπήρξε δάσκαλος στα Καλάβρυτα από το 1808 έως το 1811 και «είτα απελθών απέθανεν ως διδάσκαλος εν Βουκουρεστίω». Μαθητής του ο εκ Στρεζόβης μοναχός και ιεροκήρυκας Ανανίας  (Π…, σ. 73).
Γεωργακόπουλος Κωνσταντίνος: από την Κερέσοβα, δημοδιδάσκαλος στη Ζάκυνθο, του οποίου η οικογένεια, πρώην Ζωναρά λεγόμενη, καταγόταν από τους Γεωργακόπουλους στο Βερσίτσι (Π…, σ. 232).
Γεωργακόπουλος Σπύρος: Πρωτοψάλτης Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών. Καθηγητής Βυζαντινής Μουσικής με πλουσιότατο συγγραφικό έργο όλων των μαθημάτων της Βυζαντινής Μουσικής. Γεννήθηκε στο Παγκράτι των Καλαβρύτων το 1926. Διακεκριμένος πρωτοψάλτης, χοράρχης, μουσικοδάσκαλος και συνδικαλιστής. Σπούδασε στα Λεχαινά με τον εφημέριο Αθηνόδωρο Παπανδρέου και στο "Παλαιό" Εθνικό Ωδείο Πατρών (αποφοιτώντας με άριστα). Ως πρωτοψάλτης έχει υπηρετήσει με ζήλο πολλούς ναούς διαφόρων πόλεων καθοδηγώντας εκατοντάδες μαθητών (όπως, τον Βασίλειο Ακρίδα, τον Δημήτριο Γαλάνη, τον Αριστείδη Μπουχάγιερ, τον Νικόλαο Κυδωνιάτη κ.ά.). Ως χοράρχης διεύθυνε το Χορό του Συλλόγου Ιεροψαλτών Πατρών (Σωματείου του οποίου επίσης προέδρευε ). Ως καθηγητής Βυζ. μουσικής διδάσκει στο "Πολύμνιο" Ωδείο Πατρών. Ως συνδικαλιστής, διετέλεσε μεταξύ άλλων, αντιπρόεδρος της ΟΜΣΙΕ και πολέμησε με παρρησία για τη λύση των εκκλ. προβλημάτων (site: Ψαλτολόγιον).
Γιαννόπουλος Ι.: δάσκαλος το 1906, στο χωριό Δεχούνι  (Π…, σ. 229).
Γιαννούλης Φιλάρετος: από Βελλά της Φολλόης. Χειροτονήθηκε επίσκοπος της επισκοπής Καλαβρύτων και Αιγιαλείας στις 30 Ιουνίου 1901. Γεννήθηκε το 1839 και υπήρξε μαθητής στη μονή Ταξιαρχών, όπου και χειροτονήθηκε διάκονος το 1855. Εφοίτησε στο Γυμνάσιο Πατρών και επί τριετία στη Θεολογική σχολή Αθηνών και στη συνέχεια στάλθηκε διάκονος και έπειτα πρεσβύτερος και καθηγητής των ιερών στη Βιέννη, όπου έζησε από το 1870 έως το 1898, οπότε χειροτονήθηκε επίσκοπος. Άνθρωπος άξιος και πλήρης αρετών (Π…, σ. 77).
Γιοβανόπουλος Δημήτριος: δάσκαλος από τη Σμύρνη. Εδίδαξε στη Σχολή της Ράχοβας στις 7 Ιανουαρίου 1830 (Ν. Κ. Διαμαντόπουλου – Επ. τ. Καλ/των 1969).
Δημητρακόπουλος Ανδρόνικος: υπήρξε μοναχός της Μονής Ταξιαρχών Αιγίου και Γεννήθηκε στο Σινεβρό (ή και Σινεβρό) Καλαβρύτων το 1826 και πέθανε στην Λειψία το 1872 στις 21 Οκτώβρη σε ηλικία 46 ετών. Θεολόγος, βυζαντινολόγος και κληρικός το κοσμικό όνομα του οποίου ήταν Ανδρέας. Σπούδασε θεολογία στην Αθήνα και εργάστηκε ως δάσκαλος στο Άργος. Αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έλαβε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτη. Αμέσως τότε η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδος τον έστειλε στη Λειψία της Γερμανίας για ανώτερες σπουδές, όπου σε ηλικία 32 ετών ανέλαβε τη θέση του εφημέριου στον ελληνικό ναό της πόλης (1858). Το 1865 επισκέφθηκε τις βιβλιοθήκες Γερμανίας και Ρωσίας όπου αντέγραψε πολύτιμα χειρόγραφα. Τα χειρόγραφα αυτά αριθμημένα (452) και ταξινομημένα από τον Θεόδωρο Παπαγεωργίου σε 6 τόμους βρίσκονται στη Μονή Ταξιαρχών. Στη Λειψία ασχολήθηκε με βυζαντινολογικές έρευνες και στις 24 Οκτώβρη του 1869 ανακυρήχθηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας από το πανεπιστήμιο της Λειψίας και έγραψε στο ημερολόγιο του Βρετού για τον Κύριλλο Λούκαρι και ιδιαίτερο δοκίμιο για τον Μητροφάνη Κριτόπουλο. Τότε ζήτησε την Οικονομική ενίσχυση του Πανεπιστημίου Αθηνών για να εκδώσει τα ανέκδοτα χειρόγραφα των Ελλήνων συγγραφέων, αλλά το πανεπιστήμιο βρέθηκε σε αδυναμία να τον βοηθήσει. Το 1865 εξέδωκε τον πρώτο τόμο του συγγράματός του «Εκκλησιαστική βιβλιοθήκη». Το 1867 εξέδωκε την «Ιστορίαν του σχίσματος» η οποία έγινε ανάρπαστη από Έλληνες και ξένους, τα δε εισπραχθέντα κέρδη διατέθηκαν για τους τότε Κρήτες πρόσφυγες. Το 1872 πήγε στο Άγιον Όρος για να συνεχίσει τις έρευνές του, αλλά λίγες μέρες μετά την επιστροφή του στη Λειψία πέθανε. Το σύνολο των έργων του έχει εκδοθεί στη Λειψία και μεταξύ αυτών είναι και: «Νικολάου Μεθώνης λόγοι δύο (1865)» κ.ά. Το 1873 μετά τον θάνατό του, με ενέργειες των μοναχών του μοναστηριού των Ταξιαρχών, η εκ χιλίων τόμων βιβλιοθήκη του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα στη μονή των Ταξιαρχών (Πανίτσα Π. – Παπαθεοδώρου Π.: Το Μοναστήρι των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιγιαλείας – Αίγιο 1972, Γ. Θ. Παπαγεωργίου: Ιστορικά Μοναστήρια - 1962). Ο Παπαδόπουλος Βρεττός Α. (Βιογραφ. Σημ.) αναφέρει: «Αρχιμανδρίτης. Εγεννήθη εν έτει 1826 εν Καλαβρύτοις∙ εσπούδασε τα εγκύκλια μαθήματα εν τω εν Αθήναις Γυμνασίω, την δε θεολογίαν εν τω Πανεπιστημίω∙ υπήρξε επί τινα έτη διδάσκαλος εν τοις Σχολείοις της Ελλάδος∙ από δε του έτους 1858 είναι εφημέριος της εν Λειψία Ορθοδόξου Ελληνικής κοινότητος, ήτις σέβεται και τιμά αυτόν υπερβαλλόντως. Εν έτει 1868 επροτάθη υπό της Ιεράς Συνόδου μετ’ άλλων δύο υποψήφιος δια την χηρεύουσαν αρχιεπισκοπήν Μαντινείας. Τότε ο συντάκτης της «Ημέρας» εκ του πλησίον γνωρίσας αυτόν, έγραψεν εν τω  αριθ. 688 τα εξής. «Εκ των Ελληνικών εφημερίδων πληροφορούμεθα ότι μεταξύ των υπό της ιεράς Συνόδου προταθέντων δια την χηρεύουσαν αρχιεπισκοπήν Μαντινείας υπάρχει και ο σεβάσμιος ιερεύς της εν Λειψία ελληνικής κοινότητος Κ. Ανδρόνικος Δημητρακόπουλος. Ηθέλομεν θεωρήσει εαυτούς παραβάτας δημοσιογραφικού καθήκοντος εάν,ευτυχήσαντες να γνωρίσωμεν εκ του σύνεγγυς τον ενάρετον και ελλόγιμον αρχιμανδρίτην, δεν εσπύδομεν να συγχαρώμεν την Ιεράν Σύνοδον επί τη επιτυχεί αυτής εκκλογή και να συστήσωμεν θερμότατα εις τον υπουργόν της Παιδείας τον προταθέντα υποψήφιον. Ευτυχής η Ελληνική Εκκλησία εάν είχε πολλούς ιερείς δυναμένους να συγκριθώσι προς τον Κ. Ανδρόνικον Δημητρακόπουλον! Εν τοις σπουδαιοτάτοις περιοδικοίς συγγράμμασι της Ευρώπης ανέγνωμεν πολλάκις επαινετικάς περί των συγγραμμάτων αυτού κρίσεις, μετ’ εθνικής δ’ υπερηφανείας ηκούσαμεν ημείς αυτοί εν Λειψία τους ξένους εγκωμιάζοντας την χριστιανικήν του Έλληνος ιερέως πολιτείαν και τας ποικίλας αυτού αρετάς∙ Το μικρόν δωμάτιόν του ήτο και είναι κέντρον φιλοπατρίας και ελληνισμού δια την ελληνικήν κοινότητα της Λειψίας. Ουδεμία εθνική ανάγκη εύρε ποτέ ανάλγητον τον πράγματι ευαγγελικόν ιερέα. Ουδείς ποτε ενδεής έκρουσε την θύραν αυτού επί ματαίω. Τοιαύτα σπάνια προσόντα καθιστώσι βεβαίως τον αρχιμανδρίτην Δημητρακόπουλον άξιον πάσης διακρίσεως και τιμής»… Τα υπ’ αυτού εκδοθέντα συγγράμματα είναι τα εξής: 1) Νικολάου επισκόπου Μεθώνης λόγοι δύο κατά της αιρέσεως των λεγόντων την σωτήριον υπέρ ημών θυσίαν μη τη τρισυποστάτω θεότητι προσαχθήναι, αλλά τω πατρί μόνω. Εν Λειψία, 1865. 2) Εκκλησιαστική Βιβλιοθήκη, εμπεριέχουσα Ελλήνων θεολόγων συγγράμματα, εκ χειρογράφων της εν Μόσχα Βιβλιοθήκης. Εν Λειψία, 1866. 3) Ιστορία του Σχίσματος της Λατινικής Εκκλησίας από της Ορθοόξου Ελληνικής. Εν Λειψία, 1867. Την Ιστορίαν ταύτην συντάξας εξέδωκεν υπέρ των τότε εν Ελλάδι προσφύγων Κρητών. Είναι δε σύγγραμμα περισπούδαστον, ως εν τω ημερολογίω του παρελθόντως έτους είπομεν, χρήσιμον παντί Ορθοδόξω όπως απαντήση ευχερώς προς τας ερεσχελείας φνατικών τινών ετεροδόξων. 4) Ευγενίου του Βουλγάρεως πραγματεία περί μουσικής. Εν Τεργέστη, 1868. 5) Ναθαναήλ Χύχα του Αθηναίου Εγχειρίδιον περί του πρωτείου του Πάπα. Εν Λειψία, 1869.».
Δημητριάδης Π.: από Κερπινή, διδάσκαλος, κατα τα νεώτερα της τουρκοκρατίας χρόνια στην επαρχία Καλαβρύτων (Γ. Π.).
Δημήτριος Ηπειρώτης: δάσκαλος, μαθητής των Ιωαννίνων. Εδίδαξε στο Ελληνικό σχολείο του Σοπωτού των Καλαβρύτων το 1807-1808 (Γ. Π.: Επαρχία…, σ. 68).
Δημόπουλος Αντώνιος του Κων.: καθηγητής, ετών 40. Καταγόταν από Καλάβρυτα, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 13 Δεκέμβρη 1943, στα Καλάβρυτα (Ιστορ. της Αντίστ. 1940-1945, σ. 982, Μάγερ, σ. 720). Αναφέρεται Δημόπουλος Α.καθηγητής ως ένας εκ των μελών της επιτροπής της πόλεως των Καλαβρύτων, η οποία συστήθηκε για να υποδεχθεί τους Γερμανούς γράφοντάς τους και επιστολή με την οποία τους εξέφραζαν φιλογερμανικά αισθήματα. Οι άλλοι της επιτροπής ήσαν: Χρ. Παπανδρέου, Πρόεδρος κοινότητας, Αντ. Οικονόμου, Γυμνασιάρχης, Δωρόθεος Παπαδημητρίου, Αρχιμανδρίτης, Θεοδ. Παπαβασιλείου, Πολ. συνταξιούχος και Δημ. Σαμψαρέλος, Δ/ντής Εμπορ. Τραπέζης (Μάγερ, 390).
Δημόπουλος Γ.: δημοδιδάσκαλος στο Συρμπάνι  το 1906.
Διαμαντόπουλος Κ. Χρήστος, Διαμαντόπουλος Ν. Δημ., Διαμαντόπουλος Π. Δημ., Διαμαντοπούλου Σ. Ευαγγ.:αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλοι από τη  Βαλιμή .
Δοσίθεος: μοναχός από Κέρτεζη, φημισμένος διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στην επαρχία Καλαβρύτων (Ν. Κ. Διαμαντόπουλου – Επ. τ. Καλ/των 1969). Ο Δοσίθεος γεννήθηκε στην Κέρτεζη, το 1774 (ή 1764; (ΔΟΜΗ)) και το κοσμικό του όνομα ήταν Δήμος Τσιβίλης. Νεαρός ακόμη εντάχθηκε στο μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων . Τα πρώτα γράμματα έμαθε στην πατρίδα του. Σπούδασε στο Μεσολόγγι, στην Πάτρα το 1774 (Μουρούτη Γκενάκου Ζ., Άγ. Θεόδωροι Καλαβρ.) και στην Χίο. Διετέλεσε σχολάρχης της σχολής Σοπωτού και εδίδαξε στη σχολή του Σοποτού από το 1801 έως το 1804, στη Σμύρνη το 1808, ύστερα πάλι στο Σοποτό (1809 – 1814) (Γ. Π.: Πραγματεία …-Εν Αθήναις 1906-Επ. τ. Καλ/των). όπου συγκέντρωνε μαθητές απ’ όλη την Πελοπόννησο, στα Καλάβρυτα (1815 – 1823), όπου διετέλεσε σχολάρχης και δίδαξε έξι χρόνια, ξανά στο Σοποτό (1823 – 1830), όπου κατά την εποχή του Ιμπραήμ δίδασκε ακόμη και στα σπήλαια και τα βουνά. Από το 1828 δίδασκε στη σχολή του Σοποτού με μισθό 1500 γρόσια, όπου είχε 30 μαθητές σε 4 τάξεις και 20 που σπούδαζαν κοινά γράμματα. Εκεί έμεινε έως το τέλος του 1830. Δίδαξε σαν οικοδιδάσκαλος στο σπίτι του οπλαρχηγού Σωτήρη Θεοχαρόπουλου («εν Βαρβάρα της Νωνάκριδος» (Γ. Π.: Επαρχία…– Βορύλλα Α. : Κέρτεζη – 1994). Τα τελευταία χρόνια αφιέρωσε στο σχολείο της πατρίδος του όπου και πέθανε το 1835. Ασκήτευσε από τα παιδικά του χρόνια ακόμα. Στο Μεσολόγγι μαθήτευσε με δάσκαλο τον [Γ. Παλαμά (1801-1804), ότε μετέβη εις Χίον τη προτροπή των επιτρόπων, ίνα διδαχθή μαθηματικά και φιλοσοφίαν επί τη υποσχέσει να επιστρέψη και να διδάξη αυτά εν Σοπωτώ. Έπειτα το σχολείο έμεινε κλειστό για 18 μήνες αλλά το 1809 ο Δοσίθεος συμπληρώσας τις σπουδές του στη Χίο και διαμείνας και επί εν έτος στη Σμύρνη ως προσωρινός δάσκαλος επανήλθε κατά την υπόσχεσίν του στο Σοπωτό, όπου έγινε ανθουσιωδώς δεκτός και διαφημίστηκε σ’ όλη σχεδόν την Πελοπόννησο ότι στο Σοπωτό εδίδασκε μαθηματικός και φιλόσοφος και έτσι έσπευσαν μαθητές να διδαχθούν στο Σοπωτό. Μαθητές του υπήρξαν μεταξύ άλλων οι: Ρήγας Παλαμήδης από την Τρίπολη, Θεοχαρόπουλος Λυμπεράκης από την Βαρβάρα, ο ιεροδιάκονος Βησσαρίων από Χαλκιάνικα, ο Προκόπιος Οικονόμου, κατόπιν επίσκοπος Άνδρου, ο πρώην Ακόβου και έπειτα Τριπόλεως επίσκοπος Δανιήλ, ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος εκ Καλαβρύτων, ο Λύσανδρος Βιλαέτης και ο Νικ. Αγαμέμνων Αυγερινός εκ Πύργου, ο ιατρός Νικ. Παπαλεξόπουλος τον οποίον έφερε μαζί του από τη Σμύρνη, οι ντόπιοι Μιχαήλ Κούκας, Χαράλαμπος Λοντοτσακίρης και άλλοι. Στη συνέχεια προσέλαβε ως υποδιδάσκαλο τον Λοντοτσακίρη (1811-1813) και υπήρξε σχολάρχης σ’ αυτό το σχολείο μέχρι τον Ιανουάριο του 1814, οπότε υποχρεώθηκε δια της βίας από τους άρχοντες των Καλαβρύτων, να μείνη στο σχολείο των Καλαβρύτων ως δάσκαλος μέχρι τον Ιανουάριο του 1821. Στο σχολείο του Σοπωτού τον διαδέχθηκε ο Χαρ. Λοντοτσακίρης από το 1814-1815. Το 1823 προσκλήθηκε εκ τρίτου ο Δοσίθεος ο οποίος στο μέσο της επανάστασης έτρεχε με άλλους Σοπωτινούς στα βουνά και στα σπήλαια όπου εδίδασκε μέχρι το 1830, οπότε διορίστηκαν από τον Καποδίστρια έφοροι οι Χαρ. Λοντοτσακίρης και Αναγν. Φάσος (Π…, σ. 67)]. Στη σχολή Σοπωτού είχε μαθητή και τον Ρήγα Παλαμίδη. Δεν ασχολήθηκε με τη συγγραφή αλλά η προσφορά του στην παιδεία υπήρξε μεγάλη (ΔΟΜΗ). Διετέλεσε σχολάρχης Σοποτού, Καλαβρύτων και Κέρτεζης (Νικ. Κ. Διαμαντόπουλος, Επετ. τ. Καλαβρ. 1969, σ. 29). Μαθητής του ο εκ Στρεζόβης μοναχός και ιεροκήρυκας Ανανίας, ο οποίος πέθανε το 1854 (Π…, σ. 73).
Δούβος Λεων.: καθηγητής από Καλάβρυτα, διαπρέψας αλλά μη υπάρχων περί το 1906 (Π…, σ. 163).
Ζαΐμης Θεόδωρος: [«γιός του Νικολάου Ζ. έγκριτος χειρουργός και καθηγητής του Πανεπιστημίου και πρώην βουλευτής, κόσμημα δε της επαρχίας Καλαβρύτων. Γεννηθείς τω 1853(;) και σπουδάσας εν Αθήναις και Βιέννη, ενυμφεύθη τω 1880 κόρην του Ηρ. Μητσοπούλου και μετά ένδοξον χειρουργικήν δράσιν εν Πάτραις εξελέγη βουλευτής Καλαβρύτων και τέλος διωρίσθη καθηγητής τω 1902. Εδημοσίευσε δε και πολλάς ιατρικάς πραγματείας» (Π…, σ. 117)]. [(Καλάβρυτα 1847 – Αθήνα 1922). Σπούδασε στην Αυστρία απ’ όπου επέστρεψε στην Πάτρα. Γιατρός, πανεπιστημιακός και πολιτικός. Το 1902 εξελέγη καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών και η ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον κάλεσε να αναλάβει την ίδρυση της χειρουργικής κλινικής, επικεφαλής της οποίας έμεινε έως το 1918. Το 1912 εξελέγη πρύτανης. Απέκτησε φήμη πανελλήνια και έκανε την πρώτη λαπαροτομία στην Ελλάδα και Πάτρα και την πρώτη εγχείρηση στομάχου. (Τριανταφύλλου, 805)]. Εξελέγη βουλευτής το 1920 και διετέλεσε υπουργός Παιδείας (ΔΟΜΗ). Γεννήθηκε στη Κερπινή των Κλαβρύτων και πέθανε στην Αθήνα (Πάπυρος Λαρούς). Αναφέρεται από τον Τ. Κανδηλώρο ότι ήταν υπουργός της Παιδείας εις την κυβέρνησιν της παλινορθώσεως. Διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου των εν Πάτραις Καλαβρυτινών τα έτη: 1894-1895 (βλ. λ. Σύλλογοι…). Επίσης διετέλεσε σύμβουλος περί το 1906, του «Συλλόγου των εν Αθήναις και Πειραιεί Καλαβρυτινών» (βλ. λ.) (Π…, σ. 161). Παραδίδει μαθήματα ως χειρούργος σε γυναίκες του Ερυθρού Σταυρού, με τον πόλεμο του 1897 (Τριανταφύλλου, 782). Η Δ.Ε. 27.10.1939 εγκρίνει την ονομάτιση των θαλάμων του Νοσοκομείου (Πατρών) εις… Θ. Ζαΐμη επί 25ετίαν δ/ντού του χειρουργείου του… (Τριανταφύλλου, 791). Νεκρολογία του στην Εφημ. Νεολόγος, 21.10.1922).
Ζαφειρόπουλος Ιω.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος από τη  Βαλιμή .
Ζηρογιαννόπουλος Ανδρ.: δημοδιδάσκαλος στο Συρμπάνι  το 1906.
Θανόπουλος Βασ.: καθηγητής από το Βραχνί (βλ. λ.) των Καλαβρύτων που αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π..
Θεοδωρακόπουλος Αναστ.: αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π. ότι ήταν δημοδιδάσκαλος καταγόμενος από τον Πλάτανο Αιγίου (Παπανδρ.: Επαρχ…, σ. 311).
Θεοδωρακόπουλος Ανδρόνικος: ογδοντάχρονος αρχιμανδρίτης της μονής Μ. Σπηλαίου, καθηγητής Θεολογίας, όταν ρωτήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 1945 σχετικά με τα γεγονότα στο μοναστήρι του στην ένορκη κατάθεσή του ανέφερε και τα εξής:«Στις 8 Δεκεμβρίου 1943, κατά τις πρωϊνές ώρες, ήρθε στο μοναστήρι του Μ. Σπηλαίου μια μονάδα της γερμανικής Βέρμαχτ. Έμεινε εκεί μέχρι τις απογευματινές ώρες και γύρω στις 17.00 συνέλαβε όλους τους πολίτες και τους μοναχούς που βρίσκονταν στο μοναστήρι, τους οδήγησε 1 χιλιόμ. μακριά από αυτό και τους έριξε από τους εκεί ευρισκόμενους βράχους σε έναν γκρεμό βάθους περίπου 100 μ. […]. Την ίδια ημέρα επίσης εκτελέστηκαν [τα άτομα] που είχαν συλληφθεί σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από το μοναστήρι […]. Μετά οι Γερμανοί αποχώρησαν […].». Σύμφωνα με την κατάθεση του αρχιμανδρίτη φονεύθηκαν 22 άνδρες από την ομάδα του Κλο: εκτός από τον αναπληρωτή του ηγουμένου, 7 μοναχούς, 4 δοκίμους, τον φούρναρη, 4 υπηρέτες της μονής και τον ταχυδρόμο, στα θύματα ανήκαν και 4 επισκέπτες. Ο πρεσβύτερος των φονευθέντων ήταν ο 85χρονος αναπληρωτης ηγουμένου Γαβριήλ Κόσσυφας και ο νεότερος ο 18χρονος δόκιμος μοναχός Ηλίας Άτσαρος. Επίσης ο αρχιμανδρίτης περιέγραψε τη συστηματική λεηλασία της μονής: «επανήλθαν την 14η Δεκεμβρίου 1943 και αφού ελεηλάτησαν την Μονήν εις οικιακά σκεύη, ρουχισμόν, τρόφιμα, φορτώσαντες 80 ζώα και αφήρεσαν το Ταμείον της Μονής, επυρπόλησαν περί τα 30 οικήματα της μονής και το Τουριστικόν Ξενοδοχείον της, ως επίσης και το οστεοφυλάκιον της Μονής. Αι προξενηθείσαι ζημίαι είναι ανυπολόγιστοι, πάντως περί τα 30.000.000 προπολεμικών δραχμών». Επίσης πρόσθεσε: «Κατ’ Ιούλιον του 1944 ήλθε και άλλο τμήμα γερμανικού στρατού και ελεηλάτησε ό,τι είχε απομείνει από την μονήν, ακόμη και τα ιερά άμφια» (Μάγερ, 383, 428, 576).
Θεοδώρου Άνθιμος: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν ελληνοδιδάσκαλος από τα Σουδενά των  Καλαβρύτων.
Ιωαννίδης Αγαθ.: αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π. ότι ήταν Ελληνοδιδάσκαλος καταγόμενος από τον Πλάτανο Αιγίου (Παπανδρ.: Επαρχ…, σ. 311).
Καδενελλάκης Κύριλλος: ιερομόναχος, δάσκαλος στη Σχολή του Σοπωτού των Καλαβρύτων.
Καϊάφας Ιωάννης: δημοδιδάσκαλος στο Συρμπάνι  το 1906.
Καϊάφας Νικήτας: δημοδιδάσκαλος στο Συρμπάνι  το 1906.
Καλλιακούδας Γ.: δάσκαλος στην Αλέσταινα  περί το 1906. (Καλιακούδας: επώνυμο από το ν.ε. καλιακούδα, πουλί με μαύρο πτέρωμα, που φωλιάζει σε ρωγμές βράχων, ίσως *κολοιακούδα με υποχωρ. αφομ. [o-a > a-a] < κολοιακούδ(ι) -α < κόλοιακ(ας) -ούδι < αρχ. κολοι(ός) –ακας {Λ.Τ.}).
Καλογερόπουλος Ι. Δημήτριος: γραμματιστής (δάσκαλος) στο Δροβολοβό το 1906, καταγόμενος από τους Καμενιάνους (Π…, σ. 215).
Καπής Παν.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος καταγόμενος από Καλάβρυτα (Π…, σ. 168).
Καραλής Σωτήρης: δάσκαλος στη Λυκούρια  Καλαβρύτων.
Καστόρχης Καλλίνικος: δάσκαλος ο οποίος εστάλη στο Σοποτό να αντικαταστήσει στη σχολαρχία τον δάσκαλο Δοσίθεο, τον οποίο εκτιμούσε και σεβόταν, αλλά απήλθε αφού βρήκε τον Δοσίθεον εκεί και τον θεωρούσε ανώτερόν του και ικανώτερόν του (Ανδρ. Χ. Βορύλλα: Κέρτεζη-Αθήνα 1994). Ο Καστόρχης ήταν το 1812 δάσκαλος των Γαργαλιάνων και έπειτα του Νησιού και ζήτησε τη θέση του δασκάλου στην Τρίπολη, αλλά δεν του δόθηκε και στάλθηκε στο Σοπωτό αλλ’ ανούμενος να πάει εκεί διορίζεται στο σχολείο Κέω. Το 1837 ο Κ. Κ. διορίστηκε σχολάρχης Καλαμών (Ευαγγελίδης Τρ. τ.Α΄. σ. 303, 342).
Καυσοκαλυβίτης Νεόφυτος: ιεροδιάκονος εκ Σοπωτού, ο αποκαλούμενος Καυσοκαλυβίτης, γεννήθηκε το 1720 στο Σοπωτό και μετέβη στην Κων/πολη όπου υπήρχαν συγγενείς έμποροι και όπου εδιδάχτηκε τα Ελληνικά από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Διορίστηκε δάσκαλος στο εν Άθωνι σχολείο το 1753 όπου διορίστηκε δάσκαλος ο Ευγένιος Βούλγαρης και υποδιδάσκαλος ο Π. Παλαμάς. Μετά πέντε έτη διελύθη η σχολή αυτή και ο Νεόφυτος προσκλήθηκε ως δάσκαλος στο Βουκουρέστι, όπου δίδαξε μέχρι τον θάνατόν του. Έργον του είναι και το υπόμνημα εις το δ΄ βιβλίο του Γαζή το οποίο συνέταξε στην σκήτη της Αγίας Άννης στον Άθω και εξέδωσε στο Βουκουρέστι το 1768 (Γ. Π.). Τον Δεκέμβριο του 1749 έγινε σχολάρχης στη σχολή Βατοπεδίου, κατόπιν εδίδαξε στη Χίο και Βλαχία και το 1770 παρέμεινε στην Τρασυλβανία όπου συνέταξε το κτητορικό της μονής Σουμελά. Επανήλθε στη Βλαχία όπου παρέμεινε μέχρι το θάνατό του το 1790; στο Βουκουρέστι σε ηλικία 88 ετών, υποφέρων κατά τα τελευταία έτη της ζωής του (Κ. Ν. Τριανταφύλλου, Α΄, σ. 1007). Απέθανε στο Βουκουρέστι το 1780 (; Ή 1790;) ύστερα από κακουχίες και στερήσεις. Σπούδασε και στην Πάτμο. Δίδαξε διαδοχικά σε πνευματικά ιδρύματα στη Χίο, στη Βλαχία και στην Τρανσυλβανία. Σύμφωνα με μαρτυρίες συγχρόνων του Γερμανών και Ολλανδών φιλολόγων, ο Κ. ήταν σπουδαίος ελληνιστής. Γνωστοί μαθητές του ήταν ο Λάμπρος Φωτιάδης και ο Γρηγόριος Κωνσταντάς. Έγραψε διάφορα έργα, πολλά από τα οποία, κυρίως όσα ασχολούνται με τη διδασκαλία της γραμματικής της ελληνικής γλώσσας, διακρίνονται για τη σημαντική επιστημονική τους αξία (ΔΟΜΗ). Συνέγραψε την «Ακολουθία των οσίων Πατέρων Βαρνάβα και Σοφρωνίου των εξ Αθηνών και του ιερού Χριστοφόρου, των εν Μελά όρει ασκησάντων, εκδοθείσα εν Λεψία τω 1775» (Λάμπρου: Ν. Ελληνομν. τ. 1.(1904), σ. 200). Αναφέρεται σε κώδικα του XVIII αιώνα: «Αθανασίου ΠαροίουΕρνηνεία εν συνόψει καθ’ όσους δήποτε τρόπους ερμηνευτέον τας μετοχάς κατά τε Θεόδωρον και Νεόφυτον» (τον Καυσοκαλυβίτην) (Ν. Ελληνομν. τ. 6.(1909), σ. 74). Επίσης σε άλλους κώδικες του XVIII (18ου) αιώνος ως ιεροδιάκων Νεόφυτος Πελοποννήσιος (Ν. Ελληνομν. τ. 11.(1914), σ. 172 και τ. 13.(1916), σ. 244). Υπομνηματικές παρεμβολές σοφολογιωτάτου εν Ιεροδιακόνοις κυρού Νεοφύτου [Καυσοκαλυβίτου] εις το τέταρτον της Γραμματικής Θεοδώρου του Γαζή Κριτικαί επιστάσεις. (Σε κώδικα του XVII (17ου) αιώνος (Ν. Ελληνομν., τ.14.(1917). σ. 390). Ο Σάθας (Βιογραφίαι…, σελ. 510) αναφέρει εκτενώς για τον Καυσοκαλυβίτη, καιμεταξύ άλλων ότι: « Εγεννήθη εν Πάτραις της Πελοποννήσου εκ γονέων Εβραίων, ομολογησάντων το χριστιανικόν δόγμα. Κομιδή νέος προσελήφθη υπό του θείου του, ύστερον αρχιερατεύσαντος εν Βλαχία, και εμαθήτευσε κατά πρώτον εν Κων/πόλει, ύστερον δ’ εν Πάτμω παρά Γερασίμω τω Βυζαντίω. Ελθών είτα εις Ιωάννινα ηκροάσατο Ευγενίου του Βουλγάρεως, και μεταβάς εις Άθωνα υπέδυ το μοναχικόν τριβώνιον, και εμόναζεν εν τη σκήτη του Καυσοκαλυβίτου, όθεν έλαβε και το επώνυμον, διδάσκων είς τινας των νέων μοναχών τα γραμματικά. Παρά την μονήν Βατοπεδίου, επί λόφου προς ανατολάς κειμένου ανηγέρθη τη φιλομούσω ενεργεία του προϊσταμένου της μονής Νεοφύτου η Βατοπεδινή σχολή, εις την σχολαρχίαν της οποίας προσεκλήθη κατά Δεκέμβριον του 1749 ο Καυσοκαλυβίτης, αναμφιβόλως πολύ συνεργήσας  εις την πρώτην αυτήν ίδρυσιν[1]. Ύστερον δε μεταβάς εδίδαξεν εν Χίω, και επί τέλους εις Βλαχίαν, ένθα μεταξύ των μαθητών του ήτο και ο θιός του ηγεμόνος Γρηγορίου Γκίκα Αλέξανδρος. Τω 1770 διέτριβεν εν Τρανσυλβανία, όπου και συνέταξε το Κτιτορικόν του Σουμελά. Ύστερον δ’ επανελθών εις Βλαχίαν παρέμεινε μέχρι τελευτής. Μη δυνάμενος ίνα πορίζεται ενταύα τα προς λιτόν βίον συντελούντα έγραψε προς τον εν Ρωσία Ευγένιον τον Βούλγαριν όπως τω εύρη θέσιν τινά. Εν τη εξής επιστολή εκτραγωδεί ο αείμνηστος του γένους διδάσκαλος τας κακουχίας και στερήσεις αυτού. «Κατέλαβέ με, λέγει, ο χειμών εν οικήματι πάντη ανευθέτω εις παραχειμασίαν… Ανεμοβροχίζομαι δια των πάντη αναπεπταμένων θυρίδων, και τρόπον κοχλίου καθ’ εαυτόν συστρεφόμενος ενειλούμαι προς το νυχτερινόν ψύχος και προς το επισυμβαίνον ανεμόβροχον, καντεύθεν μη έχων που κλίνω την κεφαλήν πάσχω τα αυτά μάλλον δε και χείρω των εν τη Πουσκαρία καθειργμένων, οπότε ουδ’ ούπερ εκείνοι απολαύουσιν ημερινού φωτός δια της θυρίδος μετέχω∙ αλλά ταις παρατυχούσαις σανίσι και οίςπεριβέβλημαι ρακίοι; καταφράξας εν σκότω την ημέραν οίκοι διάγω∙ τα γαρ των πάντη ασυναρμόστων θυρών, οίτινες εις ώραν χειμέριον ουδέν διαφέρουσι κεκλισμέναι ή ανεωγμέναι, παρώσειν με τέως δοκώ». Ο Νεόφυτος απεβίωσεν εν Βουκουρεστίω περί το έτος 1780». Στη συνέχεια ο Σάθας αναφέρει ότι παρά τον χλευασμόν του Καυσοκαλυβίτη από τον Κοραή, επαινέθηκε αυτός από αλλοφύλους όπως ο Βιλλουασών στα προλεγόμενα του Ομήρου, οΡεΐζιος και περιώνυμος Βόλφιος. Και συνεχίζει ο Σάθας: «Ο Νεόφυτος θεωρείται και ως αρχηγός της εις την κοινήν γλώσσαν μεταφράσεως του ελληνικού κειμένου μονολεκτικώς, ενώ πρότερον επεκράτει η επαχθής μέοδος της λεγομένης ψυχαγωγίας, της δι’ επισωρεύσεως δηλονότι απάντων των συνωνύμων ερμηνείας∙ το σύστημα του Καυσοκαλυβίτου πληρέστερον εφήρμοσαν και θριαμβευτικώς διέδωκαν οι μαθηταί αυτού Λάμπρος ο Φωτιάδης, και Γρηγόριοςο Κωσταντάς. Ο Φωτιάδης εποίσε πέντε επιγράμματα εξυμνούντα την σοφίαν του Νεοφύτου, Δημήτριος δε ο Μανδακάσης το εξής: Κεύθει Νειοφύτοιο δέμας κόνις ήδ’ ολιγίστη,/ Ού μην τούδε πόνων ιδμοσύνης τε κλέος./ Ός γάρ Ελλάδι δην εκσπαθείσαν προθελύμνως/ Ελλάδα γλώσσαν εοίς αμπεφύτευκε πόνοις./ Ιδμοσύνην δ’ έκφηνεν εήν άλις οίς ενί δέλτοις./ Ζώει άρ’ ευκλεέως κάν θάνε σωματίω./.Συγγράματα. – Εκλογή του Ψαλτηρίου παντός και ευχή, συλεγείσα παρά Νεοφύτου ιεροδιακόνου Πελοποννησίου του εξ’ Εβραίων. Εν τη τυπογραφία του Άθωνος 1759, και εν Βενετία 1781. – Θεοδώρου Γραμματικής εισαγωγή των εις τέσσερα εις το τέταρτον υπόμνημα. Εν Βουκουρεστίω 1768. (Μέγα 4ον εκ σελίδων 1400. Αθανάσιος ο Πάριος συνοψίσας εξέδοτο τω 1787τα γραμματικά ταύτα υπομνήματα του Νεοφύτου εις ένα τόμον εκ σελίδων 487. Ευγένιος δε ο Βούλγαρις επέκρινε το υπόμνημα του Καυσοκαλυβίτου, γράψας Κριτικάς επιστάσεις, εκδοθείσας τω 1806). – Προσκυνητάριον του αγίου όρους. Ενετίησι.. – Περί του τιμίου και ζωοποιού σταυρού. – Κατά Καλβινιστών. – Βίος του Μελετίου Πηγά. (Προετάχθη τη επιμελεία αυτού εν έτει 1769 γενομένης εκδόσεως της ορθοδόξου ομολογίας). – Εγχειρίδιον περιέχον τον παρακλητικόν κανόνα. Ενετίησι 1776. – Η θεία και ιερά ακολουθία των οσίων και θεοφόρων πατέρων ημών Βαρνάβα και Σοφρωνίου των εξ’ Αθηνών, και του ιερού Χριστοφόρου, των εν Μελά όρει ασκησάντων, ή και η ιερά ιστορία της βασιλικήςμονής του Σουμελά, βίος τε και πολιτεία των άνωθεν οσίων πατέρων κ.λ.π. υπό Νεοφύτου του Καυσοκαλυβίτου. (Εξεδόθη εν Λειψία τω 1775 υπό Παρθενίου Μεταξοπούλου του Τραπεζουντίου). – Επιγράμματα περί των γραψάντων περί του όρους του Μελά, εις το ηγιασμένον όρος του Σουμελά, εις την Ζωοδόχον Πηγήν, και εις Θεοτόκον. (συνεξεδόθησαν τω ανωτέρω). – Πολιτικοί νόμοι ή εξήγησις των ιερών κανόνων των Συνόδων. – Εγχειρίδιον αποδεικτικόν περί του ότι χρεωστούσιν οι χριστιανοί συχνώτερον να μεταλαμβάνωσι τα θείαμυστήρια. Ενετίησι 1777 (Αμφιβάλλεται εν είναι έργον του Νεοφύτου). – Σχόλια εις τον Θουκυδίδην. – Περί των λεγομένων Φράγκ-Μαζόνων. – Φιλόσοφος ή Θεϊστής. – Σχόλια εις τα Ηθικά του Αριστοτέλους. – Εξήγησις του περί φιλίας λόγου του Λουκιανού, και του περί τυραννίας – Περί του επιταφίου φωτός. (Χειρόγραφον παρά Σοφ. Οικονόμω). – Επιστολαί. Προς τούτοις ο Καυσοκαλυβίτης έγραψε μολδαβιστί – Ανατροπήν της θρησκείας των Εβραίων, εκδοθείσαν τω 1803, και από του πρωτοτύπου εις την ελληνικήν μετενεχθείσαν υπό Ιωάννου Γεωργίου, και επιμελεία Γεωργίου Γάτζου εν Ιασίω τυπωθείσαν τω 1818.».
Κίντος Ιερεμίας: από την Αράχοβα, δάσκαλος επί Τουρκοκρατία στη Σχολή της Αράχοβας. (Κων. Θ. Κυριακόπουλος, Επετηρ. τ. Καλαβρ. 1980-81, τ, ΙΒ΄-ΙΓ΄).
Κόντης Γ.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος, καταγόμενος από την Κέρτεζη  των Καλαβρύτων. (Κόντης: επών. α) τίτλος ευγενείας στη φεουδαρχική Δύση, κόμης: (Δούκ. 8521‑2)· β) ως προσφών.: (Κορων., Μπούας 149). [<ιταλ. conte - παλαιότ. γαλλ. Conte], πρβ.Δούκας, Μπέης κτλ.{ΜΚΣ}).
Κοντής Κίμων του Σπυρ.: δάσκαλος, ετών 39. Καταγόταν από Καλάβρυτα, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 13 Δεκέμβρη 1943, στα Καλάβρυτα (Ιστορ. της Αντίστ. 1940-1945, σ. 984, Μάγερ σ. 724 τον αναφέρει Κόντη Κίμωνα).
Κουμάντος Αθανάσιος του Παν.: καθηγητής, ετών 42. Καταγόταν από Καλάβρυτα, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 13 Δεκέμβρη 1943, στα Καλάβρυτα (Ιστορ. της Αντίστ. 1940-1945, σ. 984, Μάγερ σ. 724).
Κουσής Γ.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος καταγόμενος από την Περιστέρα .
Κουτσουλόπουλος Δ.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν Δδάσκαλος καταγόμενος από την Κερπινή  των Καλαβρύτων (Παπανδρ.: Επαρχ…, σ. 235).
Κυριακόπουλος Αντώνης: από Πριόλιθο. Δούλευε στις πολιτικές οργανώσεις, αλλά και σαν δάσκαλος σε κάποια χωριά, ίσως στους Καμενιάνους. Συνελήφθη κατά τις εκκαθαρίσεις, από το στρατό και εκτελέστηκε αμέσως (Παλαιολογόπουλος Δημ.).
Κύριλλος: τοποτηρητής Ωλένης δια της συνδρομής του οποίου, ως και του Οικονόμου Λοντοτσακίρη, τοποθετήθηκε δάσκαλος στο σχολείο της Αγίας Τριάδος στο Λειβάρτζι ο μοναχός και ιεροκήρυκας Ανανίας (Π…, σ. 73).
Κωνσταντινόπουλος Ιω.: δάσκαλος το 1906 στη Χόβολη .
Κωστόπουλος Ανδρ.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν ελληνοδιδάσκαλος καταγόμενος από Καλάβρυτα (Π…, σ. 168).
Κωστόπουλος Κων.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος καταγόμενος από Καλάβρυτα (Π…, σ. 168).
Λαυριώτης Ιωσήφ: ιεροδιδάσκαλος από τα Σουδενά, μαθητής του Π. Παλαμά, εχρημάτισε δάσκαλος στην Πάτρα το 1788 όπου και εδίδαξε Γραμματική μέχρι το 1790, οπότε εμολύνθηκε η πόλις των Πατρών από την πανώλη, οπότε και έφυγε και πήγε στην Κων/νούπολη όπου και απέθανε. Είχε μαθητές τον ιερέα και οικονόμο Ιωάννη, τον Λοντοτσακίρη κ. ά. (Γ. Π.).
Λεοντόπουλος Παναγιώτης: διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στη σχολή Καλαβρύτων από το 1831 έως το 1832 (Ν. Κ. Διαμαντόπουλος – Επετ. τ. Καλ/των 1969).
Λινάρδος Κωνστ.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος από τα Σουδενά των  Καλαβρύτων.
Λινάρδος: επώνυμο που αναφέρεται από τον Γ. Π. το 1906 στην Κάτω Ποταμιά. Αναφέρονται οι: Ιω. και Νικόλ. Λινάρδος δικηγόροι, Αθαν. Χρυσικόπουλος ή Λινάρδος καθηγητής, Αχιλ. Λινάρδος φοιτητής και Βασίλ. Λινάρδος πολιτευόμενος (Παπανδρ.: Επαρχ…, σ. 310).
Λογιώτατος: Γορτύνιος δάσκαλος ο οποίος δίδαξε για οκτώ χρόνια στην οικία του Δεληγιάννη (Τάκης Χ. Κανδηλώρος, «Δεληγιανναίοι», Διαλέξεις της Εθνικής Εκατονταετηρίδος 1830-1930, σσ. 223-224).
Λοντοτζακίρης Οικονόμος: υπέγραψε στις 28-11-1823 στο Σοπωτό, μεταξύ άλλων κατοίκων 33 χωριών, αναφορά προς την «Υπερτάτην Διοίκησιν», με την οποίαν οι κάτοικοι της επαρχίας Λειβαρτζίου «κράτησαν αποστάσεις» από τον στρατηγό Κων/νο Πετμεζά και τον χιλίαρχο Γεώργιο Παπαδόπουλο (Βλ. λ. Σοπωτό). Στις 21 Μαΐου 1827 από Λιβάρτζι, μαζί με άλλους άλλων χωριών, υπογράφει έγγραφο προς την Ελληνική Βουλή, με το οποίο ζητούν να λάβη μέτρα αμέσως εναντίων του «προσκυνήματος» και των «προσκυνημένων» (Ν. Φιλιππακόπουλος, 211). Δια της συνδρομής του καθώς και του τοποτητρητή Ωλένης Κυρίλλου, τοποθετήθηκε δάσκαλος στο σχολείο της Αγίας Τριάδος στο Λειβάρτζι, μέχρι το 1834, ο μοναχός και ιεροκήρυκας Ανανίας. Ο Λοντοτσακίρης Οικονόμος καταγόταν από το Σοπωτό (Π…, σ. 73).
Λοντοτσακίρης Ιωάννης: ή Οικονόμου ιερέας, αδελφός του Χαραλάμπου Λοντοτσακίρη . Του απονεμήθηκε σύνταξη 30 δρχ. με το Δ.2763/4/16.10.1840 για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον Αγώνα και για περίθαλψήν του αφού ήταν πάνω από 75 ετών (Κατάλογος των συνταξιουδοτ. εκ του Υπουργ. Εσωτ. το έτος 1850, σ.13). Εφημέριος ναού Παντανάσσης Πατρών το 1821, έγραψε αυτοβιογραφία του (1775-1844) η οποία δημοσιεύτηκε από τον αείμνηστο Καλαβρυτινό και Ηλείο ιστορικό Κωνστ. Θ. Κυριακόπουλο στον τόμο Τριανταφύλλου (779-817). Ο κληρικός καταγόταν από το Σοπωτό Καλαβρύτων και εσπούδασε στο σχολείο Σοπωτού και έπειτα στα Καλάβρυτα (Αντ. Φωτήλα) καθώς και στην Πάτρα. Από 18 ετών ήταν δάσκαλος, παντρεύτηκε νωρίς και έγινε ιερέας (1798). Ασθένησε από αιμοροΐδες και βασανίστηκε για χρόνια. Έγινε καλά και επανήλθε στα καθήκοντά του στο σχολείο των Πατρών, το 1818. Εκεί βρέθηκε κατά την έναρξη της επανάστασης του 1821, και διεσώθη από το Γάλλο πρόξενο Πουκεβίλλ και με συνοδεία 50 Καλαβρυτινών έφτασε στα Νεζερά και από εκεί στην πατρίδα του το Σοπωτό. Συμμετείχε στον Αγώνα αλλά δεν επέστρεψε στην Πάτρα (Τριανταφύλλου, Λεξ. 1184, όπου και εκτενώς περί αυτού και της βιογραφίας του).
Λοντοτσακίρης Σπήλιος του Οικονόμου: εκ Σοπωτού, διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στην επαρχία Καλαβρύτων (Ν. Κ. Διαμαντόπουλου – Επ. τ. Καλ/των 1969). Μαθητής Δοσιθέου και Μανολάσου, διδάσκαλος στο Σοπωτό (1835-36), στην Πάτρα (1837-1944), στον Πύργο (1845-53), στο Σοπωτό (1853-58) και τέλος στον Πύργο (Γ. Π.).
Λοντοτσακίρης Χαράλαμπος: εκ Σοπωτού, διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στην επαρχία Καλαβρύτων. Μαθητής του Δοσιθέου, υποδιδάσκαλος στο σχολείο του Σοπωτού τα έτη 1811-1813 και δάσκαλος στο Σοπωτό το 1814 και 1815, οικοδιδάσκαλος του Κων/νου Φεγγαρά στο Μυστρά τα έτη 1817 και 1818 και πάλι στο Σοπωτό το 1819 έως το 1821 (Γ. Π.). Αγωνιστής του 1821, εγγράμματος που συνετέλεσε πολύ στην εμψύχωση των πολεμιστών στην Πελοπόννησο, διαβάζοντάς τους πατριωτικά ποιήματα και εκφωνώντας πατριωτικούς λόγους. Πληγώθηκε δύο φορές. Μετά την απελευθέρωση εντάχθηκε στους αξιωματικούς της Φάλαγγας (ΔΟΜΗ). Αδελφός του ο ιερέας Ιω. Λοντοτσακίρης ή Οικονόμου, όστις και αυτοβιογραφία είχε συγγράψει (Π…, σ. 74). Γραμματέας του Ασημάκη Φωτήλα όταν το 1822 ο Δράμαλης εισέβαλε στην Πελοπόννησο, και ο Ασ. Φωτήλας, αντιπρόεδρος τότε της Πελοποννησιακής γερουσίας, εμψύχωσε τους Έλληνες και τους προέτρεψε να στραφούν κατά του εχθρού (Παπανδρεόυ Γεώργ… σ. 50). «Κατήγετο εκ Σοπωτού. Υπηρέτησε δε πολιτικώς εις διαφόρους υπηρεσίας κατά τας ανάγκας της πατρίδος. Επειδή δε τότε ολίγοι ήσαν οι γνωρίζοντες να γράφουν, και ούτος εγίγνωσκε γράμματα, πολύ κατ’ αρχάς εχρησίμευσεν εις τα στρατόπεδα, γράφων και ενθουσιάζων τους στρατιώτας εις τον πόλεμον» (Φωτάκου: Βίοι Πελοπον. Ανδρών, 26). Ορίζεται μέλος επαναστατικής τοπικής διοίκησης στο Σωποτό , όπως προκύπτει από έγγραφο στις 26 Μαρτίου 1821, το οποίο προσυπογράφει. Οι περί τον Κωλέτην και Καραϊσκάκην τον συνέλαβαν κατά τον εμφύλιο του 1821 στην Αχαΐα και τον έστειλαν στις φυλακές Ναυπλίου ως αντιφρονούντα οπαδό του Ζαΐμη (Π…, σ. 52).
Λοντοτσακίρης: (ή Λόντος Τσακίρης ή Λεόντιος Τσακίρης) από το Σοπωτό Καλαβρύτων προεστώς της κώμης του Σοπωτού, φιλότιμος και φιλομαθής, ορίστηκε επιστάτης στη δημιουργία του σχολείου του Σοπωτού και ανέλαβε μαζί με τον ομόφρονά του Γεώργ. Γιαννακόπουλο να ξεκινήσουν και να τελειώσουν με δικά τους χρήματα την ανέγερση του σχολείου αυτού και ύστερα να πάρουν τα χρήματά τους αυτά από το κληροδότημα του Αθ. Τσίπηρα (βλ. λ. όπου και λεπτομέρειες) (Π…, σ. 66, 67). Το 1830 διορίζεται από τον Καποδίστρια έφορος μαζί με τον Αναγνώστη Φάσο και επί των ημερών τους διορίζεται δάσκαλος στο σχολείο του Σοπωτού ο Ιάκωβος Μανόλασος (Π…, σ. 68).
Λουρής Γεώργιος: δάσκαλος στη Βλοβοκά .
Λυμπερόπουλος Ν.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος από τη  Βαλιμή .
Μακρής Αθανάσιος του Μιλτ.: δάσκαλος που γεννήθηκε στη Λυκούρια Καλαβρύτων το 1925. Διετέλεσε τ. επιθεωρητής και γεν. νομαρχ. Προϊστάμενος Α/θμιας εκπαίδευσης ν. Αχαΐας και υπηρέτησε ως δάσκαλος σε διάφορα σχολεία της χώρας μετεκπαιδευθείς στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέγραψε διάφορα έργα και δημοσίευσε έρευνες, άρθρα και ομιλίες του σε περιοδικά και εφημερίδες σχετικά με την εκπαίδευση. Αναλυτικά το έργο του απαριθμεί στο πόνημά του: Συνοπτική ιστορία της Ελλάδας 19ου, 20ου, 21ου αιώνα με χρονολόγιο ευρωπαϊκής – Πάτρα, όπου και αναλυτική βιογραφία του. Σύζυγός του η Αικατερίνη και παιδιά του η Βασιλική (Φιλολογος, πτυχιούχος Εθν. Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, Τμημ. Υπουργ. Παιδείας και πτυχ. Αγγλικών, Γερμανικών και Γαλλικών), Ανδριάνα και Μιλτιάδης.
Μαμούκης Νικ.: δάσκαλος, Φιλικός και αγωνιστής του 1821 από τα Χαλκιάνικα (Μακρής σ. 35).
Μανόλασος Ιάκωβος: δάσκαλος από την Σαντορίνη (Θήρα) ο οποίος διορίστηκε από τους εφόρους Χαρ. Λοντοτσακίρη και Αναγνώστη Φάσο, στο σχολείο του Σοπωτού και τον Απρίλιο του 1831 άρχισε να διδάσκει εκεί με επιτυχία Γραμματική, Μαθηματικά και Φιλοσοφία ντόπιους και άλλους της επαρχίας των Καλαβρύτων, Ηλείας, Καρυταίνης κ.λ. όπως τον μετέπειτα μητροπολίτη Αθηνών Προκόπιο εκ Καλαβρύτων, τον κατόπιν πολιτευτήν Σωτηρόπουλον κ. ά. Στη συνέχεια μετατέθηκε στον Πύργο (Γ. Π., σ. 68).
Μανωλέσσος Ιάκωβος: δάσκαλος στη Σχολή του Σοπωτού των Καλαβρύτων, από τη Θήρα (βλ. λ. Μανόλασος Ιάκωβος).
Μαχαίρας Χρ.: ελληνοδιδάσκαλος το 1906, από τη Ζαρούχλα .
Μεγακλής Θωμάς του (;): καθηγητής, ετών 38. Καταγόταν από Καλάβρυτα, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 13 Δεκέμβρη 1943, στα Καλάβρυτα (Ιστορ. της Αντίστ. 1940-1945, σ. 984, Μάγερ, σ. 721 τον αναφέρι Θωμά Μεζοκλή).
Μελισσαρόπουλος Κων.: δημοδιδάσκαλος από το Βραχνί  των Καλαβρύτων. Αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π..
Μεταξάς Ν. Κ..: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος καταγόμενος από την Κερπινή  των Καλαβρύτων (Παπανδρ.: Επαρχ…, σ. 235).
Μηνιάτης Ηλίας: εκκλησιαστικός ρήτορας με έμφυτο ταλέντο, διάσημος κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας (Ληξούρι Κεφαλονιάς 1669 Πάτρα 1η Αυγούστου 1714). Καταγόταν από την Κεφαλλονιά, από ιερατική οικογένεια (γονείς του ήταν ο ιερέας Φραγκίσκος Μηνιάτης και η Μορεζίνα Περιστιάνου) σπούδασε στην Ελλάδα και στην Βενετία (1681-1689) όπου διορίστηκε και καθηγητής στο Φλαγγινιανό γυμνάσιο και ιεροκήρυκας στον ελληνικό ναό του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας. Επανήλθε στην Ελλάδα και δίδαξε και κήρυξε στην Κεφαλονιά επί επτά έτη, στην Ζάκυνθο επί τέσσερα και Κέρκυρα (1696-1698). (Στη Ζάκυνθο κήρυξε επί τετραετία, Ζώης, σ.423). Το 1699 πήγε στην Κωνσταντινούπολη ως σύμβουλος του εκεί Βενετού πρεσβευτή. Το 1706 επέστρεψε στην Κεφαλονιά και ύστερα εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο ως ιεροκήρυκας. Εδίδαξε και στο Άργος (Αναμνηστ. τεύχος Πανιονίου αναδρ. εκθ. / Σπυρ. Μάρκου Θεοτόκη εκδιδόμ. των επί του πανηγυρισμού της Ενώσ. Επιτροπών Κεντρ. και Κερκυραϊκής. Εν Κερκύρα: 1914.). Ο Φρ. Γριμάνης το 1708 εκάλεσε τον Ηλία Μηνιάτη μέσω του Οικουμ. Πατριάρχη Αλεξ/πόλεως, από την Κέρκυρα στο Ναύπλιο και τον ονόμασε Ιεροκήρυκα Ναυπλίου (Λαμπρυνίδου: Ναυπλία…, 133). Το 1711 λόγω της εύνοιας των Βενετών που κυριαρχούσαν εκείνη την περίοδο στην Πελοπόννησο (1685-1785) και ύστερα από συστάσεις του Γενικού Προβλεπτού του Μωρέως Μάρκου Λορεδάνου, διορίστηκε επίσκοπος Κερνίτσης και Καλαβρύτων, από το 1711 έως το 1714. Συμφωνα με τον Περ. Ζερλέντη (Η εν Πελοποννήσω ελληνική εκκλησία επί Ενετών έτεσι 1685-1715 – ΑΘΗΝΑΙ 1921): «Στην επισκοπή διαδέχθηκε τον Κερνίκης Λεόντιο… Τον Μηνιάτην προήγαγε εις την επισκοπήν Κερνίκης και Καλαβρύτων ο προνοητής Πελοποννήσου Μάρκος Λορεδάνος, εκ τούτου δηλούται ότι ο Μηνιάτης ήτο εκ των αμφιβίων Ελλήνων και ο Λεοπόλδος Ράγκιος, ως προερήθη, σημειούται ότι «ο Λορεδάνος επέτυχε να εκλεχθή εν Καλαβρύτοις επίσκοπος τον οποίον εθεώρει χρήσιμον και κυριώς φρονούντα τα των Ενετών». Κατά την τριακονταετή Ενετοκρατία των Πελοποννησίων… οι Ενετοί προήγαγον ιεράρχας αναγνωρίζοντας τον Ρώμης ποντίφικα ως τον Κερνίκης και Καλαβρύτων Ηλίαν Μηνιάτην τον επαμφοτερίζοντα τα δογματα, τούτου ένεκα πολλαί αρχιερατικαί έδραι παρέμειναν σχολάζουσαι και ο Λεοπόλδος Ράγκιος σημειούται «δεν δύναται τις να μεμφθή τους Ενετούς , αν δια την μεγάλην σημασίαν των αρχιερέων προετίμων πάντοτε ανθρώπους εκ των νήσων (Επτανησίους)… ένεκα δε των εκτρόπων εν Πελοποννήσω της ελληνικής εκκλησίας δημιουργηθέντων υπό των Ενετών, προέκυψαν ψευδεπίσκοποι ως ο Πολυφέγγους Κοσμά, ός και ψευδαρχιεπίσκοπον Κορίνθου εκάλει εαυτόν…». Το 1708 προσφώνησε στα Ιταλικά τον αποχωρούντα Γενικό προβλεπτή Γριμάνη στο Ναύπλιο, ύστερα από εντολή των κατοίκων. Από τους λόγους του «ο περί πίστεως» ο οποίος εκφωνήθηκε ενώπιον του Φρ. Γριμάνη, «ο περί αγάπης» ο οποίος εκφωνήθηκε ενώπιον του Γεν. Προβλεπτή Αλοϊσίου Μοντσενίγου κ. ά. (Λαμπρυνίδου: Ναυπλία…, 133). Ως επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων αναφέρεται σε κώδικα (βιβλίο) του με την ονομασία «Πέτρα σκανδάλου», του ΧVIII αιώνα (Ν. Ελληνομν. τ. 18.(1924), σ. 118) που εκδόθηκε στη Λειψία το 1818 και ανατυπώθηκε πέντε φορές, και στον κατά σειρά 23 κώδικα του Ν. Πολάνη ο οποίος είναι σε σχήμα 8ον, του ιζ΄ αιώνος: Ηλία Μηνιάτου «Πέτρα σκανδάλου ήτοι αρχή και αιτία του σχίσματος των δύο εκκλησιών, Ανατολικής και Δυτικής» (Σπ. Π. Λάμπρου, Ν. Ελληνομνήμων τ. 4, σ. 363). Ο Σάθας (Βιογραφίαι…, σελ. 396) αναφέρει ότι το 1711 ο Μηνιάτης προεχειρίσθη επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων. Ο Η. Μ. είχε ανώτερη παιδεία και αυστηρό ήθος. Στο παράφυλλο ενός κώδικα του Μ. Σπηλαίου έχει γραφεί μία «ενθύμηση» από κάποιον απλοϊκό καλόγερο: «1714, Αυγούστου 1, απόθανε ο επίσκοπος Κερνίτσης ονόματι Ηλίας Μηνιάτης θαυματουργός πολλά». Απεκλήθη νέος Χρυσόστομος, κλασικός της δημοτικής πεζογραφίας, ενώ είχε μελετήσει τους κανόνες της ρητορικής και τους κορυφαίους ιεροκήρυκες της εποχής του. Ο λόγος του δεν ήταν απλοϊκός και απευθυνόταν σε ακροατήριο με αξιώσεις και καλλιέργεια. (ΔΟΜΗ). Αναφέρεται σε χειρόγραφο κώδικα του 18ου αιώνα (Εθν. Βιβλ. Χφ. 2306 Ε, Κατ. ΠΟΛΙΤΗΣ). Ο ατυχής πατέρας του Φραγκίσκος παραυρέθηκε στις τελευταίες του στιγμές και, παραλαβών το λείψανο μετά την κηδεία στην Πάτρα, το μετέφερε στην Κεφαλλονιά (Γριτσόπουλος, «Παρνασσός» ΙΑ΄ 1969, 559-576).
Μιχαλόπουλος Π.: από Κλαπατσούνα, διδάσκαλος, κατα τα νεώτερα της τουρκοκρατίας χρόνια στην επαρχία Καλαβρύτων (Γ. Π.).
Μπάρλος Κωνστ.: εκ της οικογενείας εκ των Νεζερών καταγομένης, γεννήθηκε στην Πάτρα το 1905, ιατρός που σπούδασε στη Λειψία, Υιός αυτού ο Κλεομένης που γεννήθηκε το 1949, καθηγητής Οργαν. Χημείας στο Πανεπ. Πατρών από το 1983 (Τριανταφύλλου, Λεξ. 1324).
Μπουγάς Πάνος: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος από τη  Βαλιμή . (Μπουγάς: επών. από το τουρκ. boga, ταύρος {ΣΗΤΡ}).
Μπουγιούκος Γεώργιος: δάσκαλος στη Λυκούρια  Καλαβρύτων, περί το 1906.
Νικολαΐδης Παν.: δημοδιδάσκαλος από το Βραχνί  των Καλαβρύτων. Αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π..
Νικολακόπουλος Χρήστος του Παν.: δάσκαλος, ετών 38. Καταγόταν από Καλάβρυτα, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 13 Δεκέμβρη 1943, στα Καλάβρυτα (Ιστορ. της Αντίστ. 1940-1945, σ. 985,  Μάγερ σ. 726).
Νικολάου Νικηφόρος: από Πλανητέρου, αναφέρεται το 1906 ως ελληνοδιδάσκαλος και λόγιος της μονής Μ. Σπηλαίου (Π…, σ. 98).
Νικολόπουλος Αθαν.: αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π. ότι ήταν δημοδιδάσκαλος καταγόμενος από το χωριό Συλίβαινα  (Π…, σ. 312).
Οικονομίδης Προκόπιος: Αναφέρεται ότι ήταν από τους Ρωγούς, και μη επιζών το 1906 (Π…, σ. 163), αλλά ο ίδιος συγγραφέας στη σελίδα 242 αναφέρει ως τόπο γέννησής του τα Δουμενά, όπου η μητέρα του Ελένη επισκεύασε, όπως αναφέρεται εκεί, την πηγή του Χιονά. Το 1831 φέρεται μαθητής στο σχολείο του Σοπωτού, του Ιάκωβου Μανόλασου (Π…, σ. 69). Ο Προκόπιος Οικονομίδης διετέλεσε καθηγητής, της Ιστορίας των Δογμάτων και προσωρινά της Πατρολογίας και Απολογητικής (1891-1902), της Θεολογικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής. Ως Μητροπολίτης Αθηνών το Νοέμβριο του 1901 βρέθηκε αντιμέτωπος με μια ομάδα «αγανακτισμένων» θρησκόληπτων φοιτητών, με την οδηγία φανατικών κληρικών και καθηγητών της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών που ήσαν αντίθετοι με τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης στη Δημοτική. Τα «Ευαγγελιακά» ή «Ευαγγελικά» όπως έμειναν οι διαδηλώσεις αυτές στην ιστορία. Οι προσπάθειες για τη μετάφραση έγιναν από τους: Ιουλία Σωμάκη η οποία με εντολή της βασίλισσας Όλγας και με τη συμπαράσταση του Μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου Οικονομίδη, μετέφρασε τα Ευαγγέλια στην απλή καθαρεύουσα, Αλέξανδρο Πάλη δημοτικιστή και λογοτέχνη και τον λυκειάρχη και ιεροκήρυκα του συλλόγου «Ανάπλασις» Κ. Διαλησμά. Άρχισε η εφημερίδα Ακρόπολις να δημοσιεύει τη μετάφραση του Πάλη, οπότε μετά 1 και πλέον μήνα η συντηρητική εφημερίδα «Εμπρός» άρχισε επίθεση σημειώνοντας ότι «Επιβουλήν κατά της γλώσσης και των εθνικών παραδόσεων αποτελεί του Πάλλη το ανοσιούργημα…». Παράλληλα οι εφημερίδες «Σκριπ» και «Καιροί» με ανάλογη έντονη αρθρογραφία προετοίμαζαν την «αγανάκτησιν» του λαού. «Η εξέγερση είχε προετοιμαστεί μεθοδικά…. Ενώ αρχικά η πολεμική αφορούσε την εργασία του Πάλη, στη συνέχεια στράφηκε και προς τις υπόλοιπες. Η διένεξη, που φάνηκε ότι άρχισε με «θρησκευτικά» κίνητρα, αποδείχτηκε πως ήταν προϊόν πολιτικής αντιπαράθεσης για το αν θα επικρατήσει η φιλοτσαρική διπλωματία, που αποδιδόταν στην ρωσικής καταγωγής βασίλισσα, ή η γερμανόφιλη τάση με επικεφαλής την πριγκίπισσα  Σοφία. Στο πολιτικό αυτό παιχνίδι μπλέχτηκε, χωρίς να πρέπει, η Ελλαδική Εκκλησία. Η πρωτοβουλία για τη μετάφραση χαρακτηρίστηκε ως «γελοιοποίησις των τιμαλφεστέρων του έθνους κειμηλίων» ενώ οι εφημερίδες της εποχής άρχισαν επιθέσεις κατά των δημοτικιστών, που τους χαρακτήριζαν «αθέους» και «προδότας». Πολύς κόσμος φανατίστηκε τότε με αποτέλεσμα ακόμη και εκείνοι που έβλεπαν θετικά την μετάφραση των Ευαγγελίων να σωπάσουν. Θυελλώδης αντίδραση ξέσπασε τελικά όταν οι φοιτητές της Θεολογίας κατέβηκαν στους δρόμους. Στις 5 και 6 Νοεμβρίου έκαναν διαδηλώσεις και έκαναν ζημιές στα γραφεία της εφημερίδας. Στις 8 του μήνα έκαναν συλλαλητήριο στους Στύλους του Ολυμπίου Διός και απαίτησαν τον αφορισμό των υπεύθυνων της μεταγλώττισης. Ο πρωθυπουργός Θεοτόκης κατέβασε το στρατό για ν’ αντιμετωπίσει τους διαδηλωτές και οι συγκρούσεις μεγάλης κλίμακας που ακολούθησαν άφησαν 8 νεκρούς (άλλοι μιλούν για 11) και 70 τραυματίες. Η Αθήνα έμοιαζε με επαναστατημένη πόλη. Οι φοιτητές οπλίστηκαν και κλείστηκαν στο πανεπιστήμιο για λίγες ακόμη ημέρες. Ύστερα από αυτά παραιτήθηκε η κυβέρνηση Θεοτόκη και ο Μητροπολίτης Προκόπιος [Κατά τη διάρκεια της νύχτας εκείνης ο βασιλιάς ζήτησε την παραίτηση του Προκοπίου (Ιστορία Ελληνικού Έθνους – Εκδ. Αθηνών)] (που αποσύρθηκε σε μοναστήρι στην Σαλαμίνα όπου και πέθανε άρρωστος στις 4 Ιουλίου του επόμενου έτους) και η Όλγα έφυγε για λίγο από την Ελλάδα. Ένα μήνα αργότερα έγινε νέο συλλαλητήριο στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, κατά το οποίο κάηκαν αντίτυπα της μετάφρασης του Ευαγγελίου (φύλλα της εφημερίδας) και εγκρίθηκε ψήφισμα των φοιτητών που αξίωνε: (α) Την απαγόρευση της κυκλοφορίας της μετάφρασης και (β) Την αυστηρή τιμωρία όποιου στο μέλλον θα τολμούσε να μεταφράσει το Ευαγγέλιο στην απλή γλώσσα. Ήταν τούτη η βλακώδης νοοτροπία που οδήγησε όχι μόνο στα αιματηρά γεγονότα του 1901, αλλά προκάλεσε την απαγόρευση κάθε μετάφρασης των ιερών κειμένων που καταχωρήθηκε στο Σύνταγμα του 1911 και, τυπικά τουλάχιστον, εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα, αφού στο άρθρο 3, παρ. 3, αναφέρεται ότι «Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. Η επίσημη μετάφρασή του σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη».. («Τυχικός», 11ος-12ος 2001).
Οικονομόπουλος Α.: από Καλάβρυτα, διδάσκαλος, κατά τα νεώτερα της τουρκοκρατίας χρόνια στην επαρχία Καλαβρύτων (Ν. Κ. Διαμαντόπουλος – Επετ. τ. Καλ/των 1969).
Οικονομόπουλος Αθ.: αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π. ότι ήταν δημοδιδάσκαλος καταγόμενος από τον Πλάτανο Αιγίου (Παπανδρ.: Επαρχ…, σ. 311).
Οικονόμου Αντώνιος του (;): Γυμνασιάρχης, ετών 53. Καταγόταν από Καλάβρυτα, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 13 Δεκέμβρη 1943, στα Καλάβρυτα (Ιστορ. της Αντίστ. 1940-1945, σ. 985, Μάγερ σ. 727). Υπόγραψε σαν Γυμνασιάρχης μαζί με τους: Χρ. Παπανδρέου πρόεδρο, Α. Δημόπουλο καθηγητή, Δωρόθεο Παπαδημητρίου αρχιμανδρίτη, Θ. Παπαβασιλείου πολ. συνταξιούχο, και Δημ. Σαμψαρέλο δ/ντή Εμπορ. Τραπέζης, επιστολή μεταφρασμένη στα Γερμανικά, η οποία επρόκειτο να διαβαστεί στον Γερμανό διοικητή που θα επανεμφανιζόταν στα Καλάβρυτα με τις γερμανικές μονάδες. Με αυτή την επιστολή καλοσώριζαν τους Γερμανούς στα Καλάβρυτα, εξυμνούσαν την συμπεριφορά τους και καταδίκαζαν τις ενέργειες των ανταρτών. Αναφωνούσαν μέσω αυτής «Ζήτω η μεγάλη Γερμανία. Ζήτω η μικρά Ελλάς…». Η επιτροπή αυτή στην οποία μετείχε και ο Οικονόμου δεν πρόλαβε να υποδεχθεί τον Γερμανό διοικητή γιατί οι Γερμανοί πήγαν νωρίς στα Καλάβρυτα και εγκαταστάθηκαν εκεί (Μάγερ, σ. 390).
Οικονόμου Προκόπιος: από Καλάβρυτα, διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στην επαρχία Καλαβρύτων. Λειτούργησε τη σχολή των Καλαβρύτων επί Καποδίστρια, ύστερα από το κλείσιμό της και στις 30 Δεκεμβρίου 1829 είχε 82 μαθητές. Δίδαξε μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1831 οπότε τον διαδέχθηκε ο Παναγιώτης Λεοντόπουλος (Ν. Κ. Διαμαντόπουλου – Επ. τ. Καλ/των 1969). Οικοδιδάσκαλος του Αναγν. Δεληγιάννη (όταν ο Αναγν. Δεληγιάννης βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη ως βεκίλης του Μορέως οπότε τον είχε προσλάβει ως οικοδιδάσκαλο για τα παιδιά του (Αρ. Οικονόμου, Τρεις άνθρωποι. Α΄ Αριστείδης Οικονόμου, Αθήναι 1950, σ. 35.)), μετά δε τον αγώνα διδάσκαλος στα Καλάβρυτα, στην Δημητσάνα, στον Πύργο και τρίπολη μέχρι το 1850 και τέλος επίσκοπος Άνδρου (Γ. Π.). Αναφέρεται ότι ήτο Κυδωνιεύς πρόσφυγας σπουδάσας στη σχολή της πατρίδος του, στη Ζάκυνθο και Ιταλία  και 5,5 χρόνια οικοδιδάσκαλος στην Κων/πολη, 3 στον Κάλαμο και ύστερα οικοδιδάσκαλος της οικογένειας Ζαΐμη (Ευαγγελίδης Τρ. τ. Α΄. σ. 336).
Πάγκαλος Πάνος: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος από τη  Βαλιμή .
Παμπούκης Νικηφόρος: γεννήθηκε το 1784; (ή 1774 όπως αναφέρεται στη συνέχεια;) στα Χαλκιάνικα Νωνάκριδος. Το βαφτιστικό του όνομα ήταν Νικόλαος και οι γονείς του ήσαν ο Πανάγος και η Καλομοίρα. Μετέβη στο Άγιο Όρος και στη συνέχεια «εις Κυδωνίας» όπου υπήρχε σχολή και μετά εξαετείς σπουδές εκεί όπου και ονομάστηκε Νικηφόρος μετέβη στην Ύδρα όπου ζητούσαν δάσκαλο και δίδαξε από το 1810 έως το 1812. Στη συνέχεια προσκληθείς, μετέβη στον Πόρο όπου εσχολάρχησε για ένα έτος από αρχές Σεπτεμβρίου 1812 μέχρι τις αρχές του ιδίου μηνός του 1813. Στη συνέχεια μετέβη στο Άργος όπου σχολάρχησε και τον διαδέχθηκε ο Αγάπιος μέχρι το 1815 οπότε και πέθανε, και στη συνέχεια πάλι στην Ύδρα όπου εδίδαξε ιδιωτικά για 4 χρόνια από το 1815 έως το 1819. Εκεί του πρόσφερε μέρος του σπιτιού του του ο φιλόμουσος ηγεμόνας της Ύδρας Γεώργιος Βούλγαρης. Εκεί κατηχήθηκε παρά του Αναγνωσταρά (Αναγνώστου Παπά Γεωργίου), αποστόλου της Φιλικής Εταιρείας και του ανατέθηκε η αποστολή της κατήχησης στην Πελοπόννησο όπου δεν μπορούσε να μεταβεί ο Αναγνωσταράς επειδή τον υποπτευόντουσαν οι Τούρκοι. Στην Ύδρα συναντήθηκε με τον Δημήτριο Υψηλάντη, αδελφό του Αλεξάνδρου και τέθηκε υπό τις οδηγίες του. Το 1822 στάληκε από τον Υπουργό Παιδείας να διδάξει στην Πελοπόννησο. Μετά τον πόλεμο προσκλήθηκε να σχολαρχεύσει στην Ακράτα (χειμερινή έδρα) και στη Ράχοβα (εαρινή έδρα) την οποία είχε συστήσει ένας φιλόμουσος Ανδρούτσος Σπανός, αλλά δεν του κατέβαλαν τα δίδακτρα οι κληρονόμοι του Σπανού και κατέφυγε στα δικαστήρια, χωρίς μέχρι το θάνατό του, αλλά και 35 χρόνια μετά, να έχει τελειώσει η δίκη  (Αγαπητός, σ. 516 κ. ε.).  Ιερομόναχος διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στην επαρχία Καλαβρύτων. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε στο σχολείο των Χαλκιάνων το 1795. Συνέχισε τις σπουδές του στη σχολή της Αγίας Βαρβάρας με τον αδελφό του Χαράλαμπο. Εδίδαξε στη Σχολή της Ράχοβας στις 7 Ιανουαρίου 1830 (Ν. Κ. Διαμαντόπουλου – Επ. τ. Καλ/των 1969). Εδίδαξε σε Ύδρα, Πόρο [όπου υπήρξε ο πρώτος ελληνοδιδάσκαλος στο Α΄ Ελληνικό σχολείο που ιδρύθηκε εκεί (Κουτουζής, koytouzis.gr)], Άργος και αλλού από το 1810 μέχρι το 1840 (21 Νοεμβρίου), οπότε απέθανε μετά από βραχυτάτη ασθένεια, γεννηθείς το 1774;. Μέλος της Φιλικής Εταιρείας διέπρεψε και κατά τον αγώνα ως στρατιώτης και ρήτωρ (Γ. Π.). Ο Φωτάκος αναφέρει μεταξύ άλλων: «Ούτος κατήγετο εκ της επαρχίας Καλαβρύτων εμαθήτευσε δε εις τα τότε Ελληνικά σχολεία του Αγίου όρους και των Κυδωνιών. Προ του έτους 1818 κατηχήθη και έγινε μέλος των Φιλικών… Κατήχησε τον Σωτήρην Χαραλάμπην, τον Ιωάννην Μπερούκαν, τον Σωτήρην Θεοχαρόπουλον, τον Π. Γιατράκον, τον Παναγ. Ζαφειρόπουλον, τον Οικονόμον Παπά Αλέξην εξ Ανδριτσαίνης, και άλλους ακόμη πολλούς. Εκ δε των αρχιερέων, τον Ναυπλίας Γρηγόριον, τον Κορίνθου Ζαχαρίαν, τον Χριστιανουπόλεως (Τριφυλλίας) Γερμανόν, τον ηγούμενον Δανιήλ του Κάτω Αγίου Γεωργίου, ως και του Άνω Αγίου Γεωργίου του Φονιά Ναθαναήλ, τον αδελφόν αυτού Ζωσιμάν, και τους εγκριτωτέρους πατέρας του Μ. Σπηλαίου και των Ταξιαρχών… Εις την Τοσκάναν εύρε τους περιφήμους και ανωτέρους αποστόλους των Φιλικών, τον Αθανάσιον Τσακάλωφ, τον Π. Αναγνωστόπουλον και τον Π. Δημητρίου…. Άμα δε αυτή [η επανάσταση] εξερράγη, αμέσως επανήλθε και έλαβε μέρος ενεργητικόν υπέρ του αγώνος ως στρατιώτης και ως δεινός ρήτωρ… Αφήκε την πλουσίαν βιβλιοθήκην του ως και την πατρικήν του περιουσίαν και απωλέσθησαν. Μετά δε ταύτα αποκατασταθείσης της ησυχίας, επανήλθεν εις τον ιδιωτικόν βίον, διδάσκων εν Ακράτα τους συμπολίτας του εις ιδικόν του σχολείον Ελληνικόν. Προ της επαναστάσεως εδίδαξε τα Ελληνικά γράματα εις Ύδραν, Άργος και Πόρον εις τους επισημοτέρους άνδρας των τόπων τούτων, οίτινες ευρέθησαν και εχρησίμευσαν εις την επανάστασιν. Ετελεύτησε δε εν εσχάτη πενία» (Φωτάκου: Βίοι Πελοπ/σίων…., 240). «Ο Παμπούκης κατά τον Φιλήμονα (Δοκ. σ. 202-204) κατήχησε τους Ιωάννην Περρούκαν, Σωτήριον Χαραλάμπην, Σωτήριον Θεοχαρόπουλον, Παπά Αλέξιον Οικονόμου, Παναγιώτην Ζαφειρόπουλον, Παναγιώτην Γιατράκον, Γεώργιον Σπυριδώνου, Γεώργιον Διδασκαλόπουλον, Παναγιώτην Αρβάλην, Παναγιώτην Ταμιχτσήν [στις 6 Φεβρουαρίου 1819, στην Τριπολιτσά όταν ο Ταμιχτζής ήταν 30 ετών (Μέξας, σ.37)] και εκ του ιερατείου: τον Ναυπλίας Γρηγόριον, τον Κορίνου Ζαχαρίαν, τον Χριστιανουπόλεως Γερμανόν, τους ηγουμένους της μονής του Βράχου Δανιήλ [Παμπούκη, 40 ετών στις 27 Φεβρουαρίου 1819 στην Κόρινθο (Μέξας, σ.40)] και της του Αγίου Γεωργίου του Φεναιού Ναθαναήλ, ως και τους εγκριτωτέρους της μονής του Μεγάλου Σπηλαίου και των Ταξιαρχών. Οι πληροφορίες του Φιλήμονος δεν είναι όλες ορθές. Τον Ι. Περρούκα και τον Σωτ. Χαραλάμπη τους κατήχησε ο Π. Αρβάλης, τον Ναυπλίας ο αδελφός του Νικηφόρου ηγούμενος Δανιήλ Παμπούκης, τον Κορίνθου ο Θεοχάρης Ρένδης και τον Χριστιανουπόλεως ο προηγούμενος της μονής του Μ. Σπηλαίου Παρθένιος. Τους εγκριτοτέρους τέλος της μονής Μ. Σπηλαίου τους κατήχησε ο Αμβρόσιος Φραντζής, ήσαν δε αυτοί, πλην του Προηγουμένου Παρθενίου Μπαλάνου…, οι Γρηγόριος εκ Κλαπατζούνης, Νεόφυτος Ρούβαλης και Ιερόθεος εκ Ζατούνης…» (Μέξας, σ. 22-υποσημ.). Κατήχησε το Σωτήρη Θεοχάρη  και τον δάσκαλο Κων/νο Παμπούκη ετών 15; το Μάϊο του 1819 στην Ύδρα (Μέξας, σ. 31, 47). Η Στρ. Εγκυκλ. τον αναφέρει Μπαμπούκη Νικηφόρο, αγωνιστή του 1821 από τα Καλάβρυτα. Το 1817 μυήθηκε στα της Φιλικής Εταιρείας, της οποίας ανέλαβε την εξάπλωση στην Πελοπόννησο με μεγάλη δραστηριότητα και κατήχησε τους Χαραλάμπη, Γιατράκο, Θεοχαρόπουλο, Ζαφειρόπουλο κ. ά. Επειδή όμως προδόθηκε στον πασά της Τριπόλεως αναγκάστηκε να φύγει στην Τοσκάνη όπου συναντήθηκε με τους πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλο και Π. Δημητρίου και άρχισε με έγγραφα να παροτρύνει το έθνος σε εξέγερση. Μόλις εξερράγη η επανάσταση, επανέκαμψε στην Πελοπόννησο και πολέμησε σε πολλές μάχες (Μεγ. Στρ. Εγκυκλ. τ. 4., σ. 659). [στις 10 Φεβρουαρίου 1819 στην Τριπολιτσά, όταν ο Αρβάλης ήταν 40 ετών (Μέξας, σ. 37)]
Παμπούκης Χαράλαμπος: αδελφός του Νικηφόρου από Χαλκιάνικα Νωνάκριδος, διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στην επαρχία Καλαβρύτων. Διαδέχθηκε τον Παναγιώτη Λεοντόπουλο στη σχολή των Καλαβρύτων και υπηρέτησε μέχρι το 1835-6 που μετατέθηκε στην Πάτρα όπου διορίζεται σχολάρχης και στη συνέχεια το 1845 στο Ναύπλιο ως καθηγητής του πρώτου Γυμνασίου του ελεύθερου κράτους και κατόπιν ως Γυμνασιάρχης αυτού μέχρι του θανάτου του. Το 1828-1829 εδίδαξε στο Ελληνικό σχολείο της Αίγινας (Γ. Π. - Ν. Κ. Διαμαντόπουλου – Επ. τ. Καλ/των 1969). Επίσης υπηρέτησε στην Άμφισσα, Γαλαξείδι, Αράχωβα, Ακράτα, Κόρινθο (Ευαγγελίδης, τ. Α΄. σ. 336). «Εκτενώς περί αυτού εν Πάτραις ο Steub 8-7, 89 Θωμόπουλος εις «Αχαϊκά» Β΄ 33-34. Εθν. Ημερολ. Βρεττού Παπαδοπούλου 1866, 368). Εις την εφ. «Αθηνά» Αθ. 10.10.1836 δημοσιεύεται πράξις του Δημ. Συμβ. Πατρών της 22.9.1836, υπογραφομένη υπό του προέδρου του Φιλ. Κωστάκη, ευγνωμοσύνης προς τον σχολάρχην Πατρών Χ. Παμπούκην (Τριανταφύλλου, Οι Κωστάκηδες… 129). Άρθρα του εις εφ. «Ηχώ των επαρχιών» Πατρών, όπου εις το φ. 4.2.1843 «ανάγκη εμψυχώσεως της γεωργίας» βλ. «Οι σωζόμενοι λόγοι του μετά προλεγομένων περί συνθέσεως» 1852 και «Συνέχεια λόγων μετά προλεγομένων» 1863, όπου δεν συμπεριλαμβάνονται οι των Πατρών» (Τριανταφύλλου, Λεξικό 1532). Ο Παπαδόπουλος Βρεττός Α. (Βιογραφ. Σημ.) αναφέρει: «Πρώην γυμνασιάρχης Ναυπλίας εγεννήθη εν Καλαβρύτοις της Πελοποννήσου τω 1806 έτει. Προπαιδευθείς δε τα προκαταρκτικά μαθήματα υπό τουαυταδέλφου του Νικηφόρου, τότε σχολάρχου εν Άργει και Ύδρα, μετέβη συν αυτώ εις Ιταλίαν, ότε ο Νικηφόρος, απόστολος ών της φιλικής εταιρείας, εδραπέτευσεν εκ Πελοποννήσου, φοβούμενος την Τουρκικήν εξουσίαν, ως ήδη καταμυνηθείς εις τον πασάν της Τριπόλεως. Είτα, εκραγείσης της Ελληνικής επαναστάσεως τω 1821, επανήλθεν ις την Ελλάδα, αφήσας τον αδελφόν του Χαράλαμπον, όπως ούτος σπουδάση εν τω εν Πίση της Τοσκάνης πανεπιστημίω, ένθα ηκροάσθη των τε φιλολογικών και νομικών μαθημάτωνμέχρι του 1824. Τω αυτώ έτει επανελθών και ούτος εις την Ελλάδα υπηρέτησε πρώτον στρατιωτικώς  υπό τους στρατηγούς Θ. Ζαχαρόπουλον και Νικήταν Σταματελόπουλον, τον και Τουρκοφάγον επικεκλημένον∙ δεύτερον πολιτικώς ως γραμματεύς του κεντρικού εθνικού ταμείου, και μετά ταύτα ως τμηματάρχης παρά τω τότε υπουργείω της Δικαιοσύνης, όπερ και επί χρόνια διεύθυνε. Τελευταίον υπηρέτησε διδακτικώς πρώτον ως σχολάρχης εν Αιγίνη από του 1827 μέχρι του 1831, εν Αμφίσση (1830-1832), εν Καλαβρύτοις (1832-1835), εν Πάτραις (1835-1836) και εν Κορινθία (1836-1841). Δεύτερον ως καθηγητής παρά τω εν Ναυπλία Γυμνασίω (1841-1844). Έπειτα δε ως γυμνασιάρχης του αυτού γυμνασίου από του 1844 μέχρι της αης Σεπτεμβρίου 1862, ότε ένεκεν ασθενείας και άλλων δυσαρεσκειών κατά της τότε κυβερνήσεως επιμόνως εζήτησε και έλαβε την παραίτησίν του. Εξέδωκε δε και διάφορα λόγου άξια φιλολογικά συγγράμματα, εξ’ ών διακρίνονται η Γραμματική της αρχαίας Ελλληνικής γλώσσης και οι σωζόμενοι λόγοι μετά προλεγομένων περί Συνθέσεως. Επί Όθωνος ετιμήθη με το εθνόσημον του ιερού αγώνος και το βασιλικόν παράσημον του Σωτήρος…».
Πανουτσόπουλος Γ.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δάσκαλος στο Λεχούρι  (Π…, σ. 224).
Παντελής Δημήτριος του Κων.: δάσκαλος, ετών 38. Καταγόταν από Κερπινή, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 8 Δεκέμβρη 1943, στην Κερπινή Καλ/των (Ιστορ. της Αντίστ. 1940-1945, σ. 980, Μάγερ σ. 717). Εκτελέστηκε στην Κερπινή των Καλαβρύτων. Όταν οι Γερμανοί έφυγαν από την Κερπινή, οι γυναίκες αναζήτησαν μέσα στη νύχτα τους άνδρες τους. Σύμφωνα με τον Βασιλόπουλο  «βρήκαν τους νεκρούς στο ξέφωτο. Δύο επιζώντες βογκούσαν. Ο ένας, ο δάσκαλος Δημήτριος Παντελής, έζησε με μια σφαίρα στην κοιλιά επί έναν ακόμη μήνα και πέθανε μέσα σε φριχτούς πόνους. Ο άλλος ο Φίλιππος Γρίτζος … επέζησε ως εκ θαύματος» (Μάγερ, σ. 379).
Παπαγεωργίου Βασ.: δημοδιδάσκαλος από το Βραχνί  των Καλαβρύτων. Αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π..
Παπαγεωργίου Γ. Βασίλειος: από Βραχναίικα, γεν. επιθεωρητής Δημ. Σχολείων και συγγραφέας. Συνεργαζόταν με εφημερίδες με το ψευδώνυμο Βροντιάς. Εξέδωσε: Ζωντανοί πεθαμένοι, Αθ. 1929. Η λαϊκή εκπαίδευσις εν Πάτραις, Πάτραι 1911. Ο Καποδίστριας εις την εκπαίδευσιν, Αθ. 1939. Μετά του Ν. Φιλιππακοπούλου εξέδωσε μελέτη στην Πάτρα το 1956, για την ανύψωση του επαγγελμ. επιπέδου των αγροτών, η οποία βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Επίσης «Μία 40ετία συναιτερικής προσπαθείας» Πάτραι 1957. Γράφει στο περιοδ. «Η Νίκη» Φεβρουαρίου 1909, σ. 7-8 (δημοδιδάσκαλος και πρωταθλητής «Η Γυμναστική εν τη Στοιχ. Εκπαιδεύσει»). Συνεργάστηκε στα αγροτικά φ. «Αγροτική ένωσις» 1921-1923, «Αγροτική Ανόρθωσις» 1949-1951 και «Αγροτ. Σάλπιγξ» Αγροτ. Συλλόγου. Το 1963 εξέδωσεν εν Πάτραις «Τα ιστορικά γεγονότα των Καλαβρύτων και η έναρξις της Επαναστάσεως του 1821» και «Βραχνί και Βραχναίικα» σσ. 266 εικονογραφημένο με βιογραφία του στις σελ.205-206. Πέθανε το 1973 (Τριανταφύλλου, Λεξ. 1565).
Παπαγεωργόπουλος Σπυρίδων του Χρίστου: δάσκαλος από τη Ζαρούχλα  των Καλαβρύτων, εγεννήθηκε το 1942 και συνέλεξε στοιχεία λαογραφικά για την πατρίδα του. Υπηρέτησε στο σχολείο της Πτέρης όπου είχε και οργανική θέση.
Παπαδημητρίου Αλέξανδρος του (;): καθηγητής, ετών 40. Καταγόταν από Καλάβρυτα, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 13 Δεκέμβρη 1943, στα Καλάβρυτα (Ιστορ. της Αντίστ. 1940-1945, σ. 985, Μάγερ σ. 727).
Παπαδημητρίου Δωρόθεος του (;): καθηγητής, ετών 52. Καταγόταν από (;), εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 14 Δεκέμβρη 1943, στην Αγία Λαύρα (Ιστορ. της Αντίστ. 1940-1945, σ. 978, και Γ. Τζελέπης: Ρωγοί - Καλάβρυτα, Μάγερ σ. 727).
Παπαδημητρίου Δωρόθεος του Κωνστ.: αρχιμανδρίτης, καθηγητής, ετών 52 (είναι ο ίδιος με τον της Αγίας Λαύρας;). Καταγόταν από Καλάβρυτα, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 13 Δεκέμβρη 1943, στα Καλάβρυτα (Ιστορ. της Αντίστ. 1940-1945, σ. 981).Υπογράφει μαζί με τους: Χρ. Παπανδρέου πρόεδρο, Α. Δημόπουλο καθηγητή, Οικονόμου Αντ. Γυμνασιάρχη, Θ. Παπαβασιλείου πολ. συνταξιούχο, και Δημ. Σαμψαρέλο δ/ντή Εμπορ. Τραπέζης, επιστολή μεταφρασμένη στα Γερμανικά, η οποία επρόκειτο να διαβαστεί στον Γερμανό διοικητή που θα επανεμφανιζόταν στα Καλάβρυτα με τις γερμανικές μονάδες. Με αυτή την επιστολή καλοσώριζαν τους Γερμανούς στα Καλάβρυτα, εξυμνούσαν την συμπεριφορά τους και καταδίκαζαν τις ενέργειες των ανταρτών. Αναφωνούσαν μέσω αυτής «Ζήτω η μεγάλη Γερμανία. Ζήτω η μικρά Ελλάς…». Η επιτροπή αυτή στην οποία μετείχε και ο αρχιμανδρίτης δεν πρόλαβε να υποδεχθεί τον Γερμανό διοικητή γιατί οι Γερμανοί πήγαν νωρίς στα Καλάβρυτα και εγκαταστάθηκαν εκεί (Μάγερ, σ. 390).
Παπαδημητρόπουλος Δημ.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν καθηγητής καταγόμενος από το Πλανητέρο (βλ. λ.).
Παπαδιάς Οικονόμος: διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στα σχολεία Καλαβρύτων και Μαζίου (Φραντζής, τ. Α΄, σ. 83). Καταγόταν από Καλάβρυτα και εδίδαξε με τον Δημήτριο Ιωάννου και στη σχολή της Τριπόλεως όπου διαδέχθηκε τον Γεώργιο Κωνσταντίνου (Ευαγγελίδης Τρ. τ. Α΄. σ. 303).
Παπαδόπουλος Κων/νος: συνταξιούχος καθηγητής μαθηματικών και πρόεδρος της κοινότητας Ακράτας, αλλά και αφηγητής λαογραφικών στοιχείων για την Ακράτα (βλ. λ.) Αιγίου.
Παπαδόπουλος Νικόλαος: πρωθιερέας από το Δεσινό Αροανίας, γεννήθηκε το 1891 και εφοίτησε στο γυμνάσιο Πατρών. Πολύγραφος ιστοριοδίφης ο οποίος εμελέτησε αποδοτικά τα αρχεία των αγωνιστών του 1821. Το 1918 εδίδαξε στην Πάτρα ως καθηγητής θεολογίας, αλλά το επόμενο έτος έγινε κληρικός της αρχιεπισκοπής Αθηνών. Ωμίλησε πολλές φορές στην Πάτρα περί Στεφ. Θωμόπουλου κ. α. Πρόσφερε πολλά στην ιστορία της επαρχίας Καλαβρύτων και Πατρών (Τριανταφύλλου, Λεξ. 1581). Πέθανε το 1983 και η προτομή του κοσμεί τη γενέτειρά του το Δεσινό και τα αποκαλυπτήριά της προγραμματίστηκαν και έγιναν στις 26.4.04. Ένα σπουδαίο βιβλίο για τη μορφή και το τεράστιο συγγραφικό και άλλο έργο κυκλοφόρησε από τον μοναχό της μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους πατέρα Μάξιμο Ιβηρίτη Νικολόπουλο (Φ. τ. Καλαβρ. 1/04). Το βιβλίο του πρωθιερέα με τίτλο: «Κατακαημένου Μωριά σελίδες του 1821» βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών (Φ. τ. Καλαβρ. 10/03).
Παπαθανασόπουλος Αλέξ.: δημοδιδάσκαλος από το Βραχνί  των Καλαβρύτων. Αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π..
Παπαϊωάννου Μιλτιάδης: δάσκαλος στη Λυκούρια  Καλαβρύτων, περί το 1906.
Παπανδρέου Γεώργιος: Γυμνασιάρχης, ιστορικός Καλαβρύτων και Ηλείαςς. Δημοσιεύει στην εφημ. Πελοπόννησος το 1901, αναγράφει ο Κ. Θ. Κυριακόπουλος στην Καλαβρ. Επ. 1982, 165) (Τριανταφύλλου, Λεξ. 1589).
Παπανικολάου Δημ.: από τη Βυσωκά, αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π. ότι ήταν γυμνασιάρχης.
Παπατριανταφυλλίδης Γεωργαντάς: δάσκαλος στην επαρχία Καλαβρύτων επί τουρκοκρατίας από τα Νεζερά, μαθητής του Παλαμά διδάσκαλος εν Ιασίω, απ’ όπου προσκληθείς υπό των προκρίτων των Πατρών το 1812 οπότε εδίδαξε γραμματική και μουσική μέχρι του αγώνος και στη συνέχεια μετέβη στην Πάτρα όπου εδίδασκε μέχρι το 1838 οπότε γέρων απέθανε (Γ. Π.). Δάσκαλος στην Πάτρα το 1812 και συμβολαιογράφος μετα την απελευθέρωση (1836) (Τριανταφύλλου, Λεξ. 1596, 2002). Ο Τριανταφύλλου επίσης αναφέρει (σ. 2090): «Γεωργαντάς (μεγενθυτικόν του Γεώργιος). Διδάσκαλος εν Πάτραις το 1812-21 (Θωμόπουλος 553). Κατά Ιω. ιερέα Οικονόμου Λοντοτσακίρην, γράψαντα τον Νοέμβριον 1844 (παρά Χαρ. Βαρυμπόμπη, Σταχυολογήματα, 78) ήτο εκ Νεζερών, και  ελέγετο Παπατριανταφυλλίδης, μαθητής του Παλαμά. Εχρημάτισε διδάσκαλος εις Ιάσιον Μολδαυΐας. Μετά την Επανάστασιν επέστρεψεν εις Πάτρας και ετελεύτησεν «εν γήρα καλώ κατά το 1838».».
Παπαχαραλάμπους Λεωνίδας του Νικ.: δάσκαλος, ετών 55. Καταγόταν από Καλάβρυτα, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 13 Δεκέμβρη 1943, στα Καλάβρυτα (Ιστορ. της Αντίστ. 1940-1945, σ. 985, Μάγερ σ. 728).
Παρθένιος: ιεροδιάκονος από την Αράχοβα Καλαβρύτων, ο οποίος με άλλους είναι από τους πρώτους οι οποίοι εσύστησαν σχολείον στην Τρίπολη όπου και δίδαξαν Γραμματική και άλλα μαθήματα από το 1760 έως το 1769, οπότε έγινε η πρώτη επανάσταση. Άξιοι μαθητές τους ήσαν οι: ιεροκήρυκας Αγάπιος, ο Αγάπιος ο Μαροδαμασκηνός, ο Δημητσανίτης Παρθένιος, ο Γαλακτίων εκ Στρεζόβης κ. ά. Ο Παρθένιος συνέγραψε και κτιτορικό της μονής Μ. Σπηλαίου το οποίο και εξέδωσε στη Βενετία το 1765 (Π…, σ. 72, 88). Ο Σάθας (Βιογραφίαι…, σ. 606) αναφέρει: «Παρθένιος Πελοποννήσιος, ιεροδιάκονος και ιεροδιδάσκαλος, συνέθετο Προσκυνητάριον του Μεγάλου Σπηλαίου, εκδοθέν εν Βενετία τω 1765, μετέφρασε διαφόρους λόγους του Χρυσοστόμου, ους Μαργαρίτας επονομάσας εξέδοτο Ενετίησι 1764, και συνέλεξε Σύνοψιν  ή εξήγησιν πάντων των ιερών κανόνων εν τη αυτή πόλει εκδοθείσαν». Δίδαξε στη σχολή του Άργους μετά το 1815 (Ευαγγελίδης Τρ. τ.Α΄. σ. 305). Το 1769, με τον επίσκοπο Κερνίτσης και Καλαβρύτων και πρώην επίσκοπο Παλ. Πατρών Δανιήλ και με τους Π. Ζαΐμη, Παναγ. Οικονόμο και υπό τις ευλογίες και την «πρωτουργία» του σπεύσαντος εξ’ Αιγίου μετά στρατού, κήρυξαν την επανάσταση στα Καλάβρυτα και τα ελευθέρωσαν από τους Τούρκους τους οποίους και εξεδίωξαν (Π…, σ. 37). Μετά το 1770 όταν επίσκοπος Κερνίτσης ήταν ο Δανιήλ, στο θρόνο τον διαδέχθηκε ο επίσκοπος Παρθένιος (Π…, σ. 76).
Παυλόπουλος Κοσμ.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν δημοδιδάσκαλος από τα Σουδενά των  Καλαβρύτων.
Παυλόπουλος Παρθένιος: δάσκαλος στη Σχολή Γουμένιτσας (βλ. λ.: Σχολεία επί Τουρκοκρατίας…).
Πράπας Θεόδ., Ηλίας, Αντών.: φιλόλογος, δικηγόρος και ελληνοδιδάσκαλος αντίστοιχα, το 1906 στο Τσαρούχλι (Π…, σ. 204).

Προκοπίου Ιωάννης: δημοδιδάσκαλος από Αγία Βαρβάρα  Νωνάκριδος, το 1906 ήταν δάσκαλος στο χωριό Μεσορούγι (Π…, σ. 302, 304).
Ρουμελιώτης Ευθύμιος: δάσκαλος στη σχολή των Πατρών αλλά και στο Αίγιο κατά τα χρόνια λίγο πριν την έναρξη της Επανάστασης του 1821 (Ευαγγελίδης Τρ. τ.Α΄. σ. 344).
Σακελλαριάδης Ιωάννης: εκ Σοπωτού, διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στην επαρχία Καλαβρύτων. Μαθητής του Δοσιθέου και Αγαπίου, δάσκαλος στην Καρύταινα και αλλού ως επίσης και στο Σοπωτό το 1818 επί ένα έτος. Επολέμησε υπό τον Κ. Πετιμεζά στην Πάτρα, στην Κόρινθο και ύστερα στην Ακράτα (Γ. Π., 68, 73, 137). Επολέμησε στις μάχες των Πατρών, Κορίνθου, Ακράτας και άλλες ως υπασπιστής του Κ. Πετιμεζά, κατόπιν δε επιδόθηκε στην πολιτική και διετέλεσε μάλιστα και υπουργός του πολέμου (Στρατ. Εγυκλ. Τ. 5ος, σ. 631). Με αίτησή του προς τον δήμαρχο Αροανίας ζητεί να του δοθεί το αριστείο για τις υπηρεσίες του προς την πατρίδα. Η αίτηση συντάχθηκε στο Σοπωτό στις 20 Οκτωβρίου 1839 και σ’ αυτήν αναφέρει ότι ήταν 48 ετών και έμενε στο Σοπωτό. Επίσης αναφέρει ότι ουδέποτε ζήτησε ανταμοιβές για τις υπηρεσίες του στην πατρίδα, αλλά μετά την εντολή του βασιλέως για αριστεία στους αγωνιστές έκανε την αίτηση αυτή. Αναφέρει ότι υπηρέτησε την πατρίδα πολιτικοστρατιωτικώς. Μετά την πολιορκία της Τριπολιτσάς βρέθηκε στην πολιορκία των Πατρών υπό τις οδηγίες του Βασιλ. και Κωνσταντίνου Πετιμεζά. Δεν θέλησε να λάβει τα διπλώματα της διοίκησης ούτε πιστοποιητικά προς υποστήριξιν των δικαιωμάτων του ούτε όταν υπήρξε υπουργικός γραμματέας από το 1824 έως το 1837 διότι ήλπιζε ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να πληροφορηθεί για τις θυσίες καθενός προς την πατρίδα. Επισυνάπτει αποδεικτικό του Βασιλ. Πετιμεζά και ζητεί το αργυρό αριστείο. Υπάρχει σχετική βεβαίωση του δημάρχου ότι δεν υπάρχει άλλος με το ίδιο όνομα στο δήμο και ότι δεν διώκεται για παράβαση του άρθρου 22 του ποινικού κώδικα. Στο περιθώριο υπάρχει με διαφορετική γραφή δυσανάγνωστη σημείωση: «δεν […]» (Γ.Α.Κ. Αρχείο: Αριστεία).
Σακελλαρόπουλος Γ. Νώντας: από Βερσίτσι, γυμνασιάρχης στην Πάτρα, ιστορικός και λογοτέχνης. Λογοτεχνικά έργα του: Αντίλαλοι-1962, Αγιοκλήματα-1963, Περιολανήσεις-1970,. Στην Πάτρα το 1971 εξέδωσε: «Το Βερσίτσι στον Αγώνα του 1821» και «Επιδρομές του Ιμπραήμ στα Καλάβρυτα» (έπαινος και χρημ. Έπαθλο της Αχ. Εταιρείας μελετών) (Τριανταφύλλου, Λεξ. 1815).
Σακελλαρόπουλος Σωτ.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν γυμνασιάρχης από τη  Βαλιμή (βλ. λ.).
Σιάτος Γ.: καθηγητής από Νωνάκριδα, διαπρέψας αλλά μη υπάρχων περί το 1906 (Π…, σ. 163).
Σκάρμας Λεόντιος: ιερομόναχος από Σοπωτό, δάσκαλος επί τουρκοκρατίας στην επαρχία Καλαβρύτων Το 1695 επί Ενετών ο επίσης Σοπωτινός επίσκοπος Ωλένης Ιωαννίκιος Νείρος τον προέτρεψε να πάει στη Βενετία όπου διδάχθηκε την Λατινική και την Ελληνική και όταν επέστρεψε προσκλήθηκε από τους προκρίτους της Γαστούνης και διορίστηκε στο σχολείο που ίδρυσε εκεί. Το σχολείο αυτό μετά τον θάνατο του επισκόπου, ο οποίος και συνέδραμε αυτό, το 1707 και την διαδοχή του από τον επίσκοπο Άνθιμο, παραμελήθηκε και ο Λεόντιος, αφού δεν πληρωνόταν, έφυγε και επέστρεψε στο Σοπωτό, οπότε αναζήτησε και βρήκε θέση κοντά στο Λειβάρτζι όπου με την άδεια των Ενετών έκτισε την Αγία Τριάδα έχοντας βοηθόν του τον αδελφόν αυτού Φιλόθεο. Εκεί εδίδασκε τα παιδιά ελληνικά και λατινικάΣτη Συνέχεια πήγε στην Βενετία όπου Έλληνες τον υποδέχτηκαν και συγκέντρωσαν και του έδωσαν υπέρ της μονής 1000 δουκάτα καθώς και πλούσια βιβλιοθήκη Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων. Αφού επέστρεψε αυτός και τελείωσε όλα τα έργα της μονής, άρχισε να διδάσκει τη νεολαία. Όταν το 1715 έγινε η άλωση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους και πέθανε (1714) ο Λεόντιος, η βιβλιοθήκη καταστράφηκε ακόμη και από αγαθούς μοναχούς οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τα βιβλία ακόμη και να σκεπάζουν τα πιθάρια και τα αγγεία «ως παρετηρήθη υπό φιλομούσων μεταβάντων εκεί κατά τας αρχάς του 19ου αιώνος». Το μονύδριο αυτό της Αγίας Τριάδος εορτάζει κατ’ έτος την ημέραν της Πεντηκοστής (Αγίας Τριάδος) (Γ. Π.). Στη συνέχεια ο Γ. Π. παραθέτει έγγραφο με ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 1709 από Παλαιογαστούνη, με το οποίο οι Γαστουναίο ζητούσαν από τον επίσκοπο την εύρεση δασκάλου «… να φερνη δασκαλο τον λεοντιο σχαρμα δια να διαβαζη τα πεδια… και αν δεν υθελε φερι τον λεοντηο να φέρνη αλλον δασκαλο εος το τερμενο μηνες τρις…».
Σμυρνιώτης Αντ.: αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π. ότι ήταν δημοδιδάσκαλος καταγόμενος από τον Πλάτανο Αιγίου (Παπανδρ.: Επαρχ…, σ. 311).
Σοφιανόπουλος Παναγιώτης: ιατρός από Σοπωτό, απόστολος της Φιλικής Εταιρείας, ακολούθησε το Δ. Υψηλάντη, Γκούρα και Κωλέτη (Γ. Π.). Ο Θωμόπουλος τον αναφέρει Λ. Σύμφωνα με τον Δημ. Παλαιολογόπουλο (Ε. τ. Κ. τ. ΙΒ΄-ΙΓ΄, 1980-1981, σ.383): εκτός από γιατρός ήταν και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στα 1786 στο Σοπωτό και αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στη σχολή του χωριού του, έφυγε στην Ευρώτη όπου σπούδασε γιατρός και το 1813 γύρισε και εγκαταστάθηκε στην Πάτρα, οπότε, σύμφωνα και με όσα ο ίδιος έγραψε αργότερα, μαζί με άλλους πατριώτες ίδρυσε μια εταιρεία που είχε σα σκοπό την απελευθέρωση της Ελλάδος. Αργότερα μπήκε στη Φιλική Εταιρεία. Το 1821 πολέμησε σαν γιατρός και σαν πολιτικός. Από το 1827 έως το 1834 πήγε στη Γαλλία με σκοπό να πείσει το Δούκα της Ορλεάνης να ρθεί βασιλιάς στην Ελλάδα, χωρίς να το καταφέρει. Στην Ελλάδα που γύρισε ως το 1856 που πέθανε, κυκλοφόρησε κατά καιρούς το περιοδικό «ΠΡΟΟΔΟΣ» και τις εφημερίδες «ΣΩΚΡΑΤΗΣ» και «ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», έντυπα με τα οποία προσπαθούσε να προπαγανδίσει τις ιδέες του. Τα φεμινιστικά του κηρύγματα καθώς και άλλες πρωτοπόρες ιδέες του, του έδωσαν τον τίτλο του «παράξενου» και του «αλλόκοτου» από τους «συγκαιριανούς του» και τον οδήγησαν πολλές φορές στα δικαστήρια και πέρασε ένα μέρος της ζωής του στις φυλακές. Ο Φωτάκος τον παρουσιάζει ως εξής: «Κατήγετο εκ Σοπωτού. Προ της επαναστάσεως έκαμνε τον απόστολον διαδίδων τα της Εταιρείας. Υπήρξεν ιατρός επιστήμων και επίσημος του καιρού του, και ως τοιούτος εχρησίμευσε πολύ εις τον πόλεμον. Κατ’ αρχάς μεν ηκολούθησε τον Δημ. Υψηλάντην, ύστερον όμως τον Γκούραν. Είχε φίλον τον Ι. Κωλέτην, τον οποίον κακώς και ολεθρίως επί του εμφυλίου πολέμου εσυμβούλευσε, και έγδυσε την Πελοπόννησον. Εξ αιτίας τούτου του ανθρώπου πολλοί τότε υπέφερον κακά πολλά, και προ πάντων ο αρχιερεύς Πατρών Γερμανός..» (Φωτάκου: Βίοι Πελοπον. Ανδρών, 26. - Παπανδρέου: Επαρχία…, σ. 52). Ο Παν. Σοφιανόπουλος υπήρξε για ένα έτος γιατρός καιδιδάσκαλος των παιδιών του Ιωάννη Δεληγιάννη στα Λαγκάδια (Καν. Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, σ. 66), και δίδαξε τον Βενιζέλο Ρούφο στην Πάτρα μέχρι το 1814 (Βλ. την εφημερίδα του Σοφιανόπουλου «Η Πρόοδος», τ. Β΄, Αθήναι 1839, σ. 127). Κατά τις σημειώσεις του Ιω. Λοντοτσακίρη (Γ. Π., Καλαβρυτινή επετ. 1906, σ. 74) δίδασκε μαθηματικά και φυσική. Μετά τον Σοφιανόπουλο ανέλαβε τη διδασκαλία των παιδιών του Δεληγιάννη ο Δημητσανίτης διδάσκαλος Διαμαντής Παναγιωτόπουλος (Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, Ο μητροπολίτης Αμυκλών και Τριπολιτζάς Δανιήλ Παναγιωτόπουλος, σσ. 5 κ.ε., 8-10). Με το Γκούρα από την Κόρινθο δια μέσου των Τρικκάλων έφτασαν στο Λειβάρτζι για να συλλάβουν τον καταφυγόντα εκεί Ζαΐμη (Π…, σ. 52). Σπούδασε ιατρική στη Βιέννη, Παρίσι και Λονδίνο και το 1813-4 τον βρίσκουμε να ανήκει στη Φιλόμουσο Εταιρεία και δάσκαλο στην Πάτρα. «Ιατρός και διδάσκαλος των επιστημών», κατά Διονύσιον Πύρρον τον Θετταλόν, ο οποίος και γράφει «ουδείς εξ’ Ευρώπης και επιστημονικός διδάσκαλος ήτο τότε (1813), ει μη εγώ εις Αθήνας και ο Σοφιανόπουλος εις Πάτρας της Αχαΐας». Φαίνεται ότι στην Πάταρ άσκησε την ιατρική. Ο Φωτόπουλος υποστηρίζει (Ισορ. Αροανίας, 1969) ότι είναι άλλος ο Λ. και άλλος ο Παναγιώτης (Τριανταφύλλου, Λεξ. 1900).
Σπανός Παρθένιος: από την Αράχοβα, δάσκαλος επί Τουρκοκρατίας στη Σχολή της Αράχοβας. (Κων. Θ. Κυριακόπουλος, Επετηρ. τ. Καλαβρ. 1980-81, τ, ΙΒ΄-ΙΓ΄).
Σταματόπουλος Αργ. Τάκης: ιστορικός συγγραφέας από την Αιγιάλεια, γυμνασιάρχης. Έργα του: «Ο εσωτερικός αγώνας πριν και κατά την Επανάστασιν του 1821» α΄ έκδ. 1957, β΄ 1971 σε 4 τόμους. «Ο κατακαημένος Μοριάς και η δραματική ιστορία του» 1976 κ. ά. Τελευταίο έργο του: «Χρονικά και μελέτες» 1977 (Τριανταφύλλου, Λεξ. 1913).
Σταματόπουλος Χρ.: αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π. ότι ήταν δημοδιδάσκαλος καταγόμενος από τον Πλάτανο Αιγίου (Παπανδρ.: Επαρχ…, σ. 311).
Σταυρόπουλος Παν.: δημοδιδάσκαλος από το Λαγοβούνι .
Στριφτόμπολας Αναγνώστης: «ή Στριφτόμπολας Δημήτριος»οπλαρχηγός β΄ τάξης (Φραντζής, τ. Δ΄, σ. 169). «Αγωνιστής και φιλικός, ο οποίος καταγόταν από την Κέρτεζη Καλαβρύτων. Η μητέρα του ήταν εξαδέλφη[2] του Θ. Κολοκοτρώνη, με τον οποίο συνεργάστηκε σε επαναστατικές ενέργειες κατά την προεπαναστατική περίοδο. Επειδή διώχτηκε από τις τουρκικές αρχές, πήγε τρεις φορές στη Ζάκυνθο, όπου αρχικά κατατάχτηκε στον αγγλικό στρατό και, αργότερα, στο γαλλικό. Ακολούθησε τη Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα στη Ρωσία και, όταν γύρισε από κει, συνέχισε τη δράση του κατά των Τούρκων στην Πελοπόννησο. Σκοτώθηκε στην αρχή της Επανάστασης στο Λεβίδι της Αρκαδίας (14 Απριλίου 1821), όπου πολεμούσε επικεφαλής ομάδας 48 αντρών [«Οι εκεί οπλαρχηγοί Ν. Σολιώτης, Αναγν. Στριφτόμπολας, Γ. Κουλοχέρης και Γιάννης Πετιμεζάς με τους 60 ανθρώπους που μείνανε μαζί τους πολέμησαν σκληρά, αλλά κυκλώθηκαν από τους Τούρκους και διατρέχανε σοβαρό κίνδυνο, πρόλαβαν όμως ο Πλαπούτας με τον Τσαλαφατίνο, χτύπησαν από τα νώτα τους εχθρούς και τους απωθήσανε, σκοτώθηκαν όμως ο Στριφτόμπολας και ο Σ. Σολμενίκος» (Κουτσιλιέρης Ανάργυρος: Ιστορία της Μάνης, σ. 484)]» (ΔΟΜΗ). Για τη μάχη στο Λεβίδι βλ. και λ. Πετμεζάς Βασίλ. Γεννήθηκε το 1778 και ήταν γιός του Αργύρη Στριφτόμπολα και εγγονός του Δημητρίου Στριφτόμπολα ο οποίος σκοτώθηκε το στον Αλμυρό της Λακωνίας το 1778. Επίκεφαλής των στρατιωτών του είχε διορίσει τους εξής καπεταναίους: Σπυρίδωνα Κουκουνάρα, Αναγνώστη Κορδή (ο οποίος ήταν και σημαιοφόρος του), Α. Πάτσιο, Γαλάνη, Χριστόδουλο και Ιωάννη Γκερπεσιώτες, Γεώργιο Πατσιαβά, Μήτρο Μαντά, Παναγιώτη και Ζαφείρη Νταβλαίο, Δημήτρη Μπαναβά, Κυριαζή Καπελήσιο, Παναγιώτη Κόσκορη, και Παναγιώτη Καραντζά. Την εποχή εκείνη στα Καλάβρυτα ουδείς άλλος είχε μεγαλύτερο στρατιωτικό σώμα από εκείνον ο οποίος είχε υπό τις διαταγές του 400 στρατιώτες (Στριφτόμπολας, σ. 32). Ο Φωτάκος αναφέρει ότι ο Στριφτόμπολας καταγόταν από το Μεσορούγι της Κλουτσίνας και ότι ξεκίνησε την επανάσταση από την Κέρτεζη με λίγους στρατιώτες, «έως 15, διότι δεν είχε περισσοτέρους των άλλων Κερτεζιτών έχόντων άλλους καπεταναίους, ένας εκ των οποίων ήτον ο Τσέκος» (Φωτάκου: Βίοι Πελοπ/σίων…, 36). Γιός του ήταν ο δήμαρχος Καλλιφωνίας Γεώργ. Στριφτόμπολας (Χ. Π. Κορύλλου: Πεζοπορία… Πάτραι 1889). Αποφοίτησε από τη Σχολή της Κέρτεζης και συνέχισε τις σπουδές του στη μεγάλη του Γένους Σχολή στη Κων/πολη καιδιετέλεσε σχολάρχης στη Τρίπολη (Νικ. Κ. Διαμαντόπουλος, Επετ. τ. Καλαβρ. 1969, σ. 28). Από το 1800 έως το 1805 ήτανδάσκαλος στην Τρίπολη, στην ενορία των Ταξιαρχών (Φωτάκου: Βίοι Πελοπ/σίων…, 36). Το δημοτικό που ακολουθεί αναφέρεται στον ήρωα: «Τρεις περδικούλες κάθουνται στην άκρη στο Λεβίδι. / Είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα, / είχαν και τα κεφάλια τους στο αίμα βουτημένα. / Μοιρολογούσαν κι έλεγαν, μοιρολογούν και λένε: / - Τι ειν’ το κακό που γίνεται στην άκρη στο Λεβίδι; / Κάνε λιοντάργια πιάνονται, κάνε θεργιά μαλώνουν; / - Μάιδε λιοντάργια πιάνονται, μάιδε θεργιά μαλώνουν, / εκλείσαν τον Στριφτόμπολα, τον δόλιον Αναγνώστη. / Ψιλή φωνίτσαν έβαλεν όσον κι αν εδυνάστη: / «Που είσ’ Αναγνώστη μ’ αδερφέ και ξάδερφε Βασίλη / και Νικολάκη γλήγορε, που πας με τους αέρες, / και μένανε με κλείσανε στην άκρη στο Λεβίδι!» (Ο Αναγνώστης, ο Βασίλης και ο Νικολάκης, οι οποίοι αναφέρονται στο τραγούδι, είναι οι αδελφοί Πετμεζαίοι) (Σοφοκλής Δημητρακόπουλος). Κατ’ άλλη παραλλαγή: «Τρεις περδικούλες κάθουνται στη μέση στο Λεβίδι. / Είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα, / είχαν και τα κεφάλια τους στο αίμα βουτημένα. / Μοιρολογούσαν κι έλεγαν, μοιρολογούν και λένε: / - Τι ειν’ το κακό που γίνεται στη μέση στο Λεβίδι; / που κλείσαν τον Στριφτόμπολα και τον κυρ Αναγνώστη. / Πέντε μερούλες πόλεμο και πέντε ημερονύχτια./ Πέφτουν τα βόλια σα βροχή, τα σκάϊα σα χαλάζι,/ και κείν’ τα λιανοντούφεκα σαν άμμος της θαλάσσης./ Ψιλή φωνίτσαν έσουρε όση κι αν εδυνάστη: / «Όσ’ είστε φίλοι κλάφτε με και σεις οχτροί χαρήτε,/ και σεις δική μου φαμελιά να μαυροφορεθήτε» (Ν. Πολίτης: Λαογρ. τ. Ε΄. σ. 74 - υπό Χρ. Ν. Λαμπράκη: Τραγούδια των Τσουμέρκων). Κατ’ άλλη παραλλαγή: «Τρεις περδικούλες κάθουνται στη μέση στο Λεβίδι. /η μια τηράει τα Σουδενά, και η άλλη τις Κλουκίνες/ και η Τρίτη η καλύτερη μοιρολογάει και λέει:/ - Τι ειν’ το κακό που γίνεται στη μέση στο Λεβίδι; / μήνα βουνά γκρεμίζονται, μήνα στοιχειά μαλώνουν/ Πετμεζαίοι πολεμούν μ’ εφτά χιλιάδες Τούρκους./ Εκλείσαν τον Στριφτόμπολα, τον δόλιον Αναγνώστη. /μεριά τον δέρνει η φωτιά, μεριά και το τουφέκι/ στο παραθύρι κάθεται ψηλή ψωνίτσα βάνει:/ - Πού σαι, αδερφούλη Κωνσταντή και ξάδερφε Θανάση,/ κι ελάτε να με σώσετε απ’ των Τουρκών τα χέρια,/ πάρτε στα χέρια τα σπαθιά, στις πλάτες τα τουφέκια,/ βάζουν τους Τούρκους εμπροστά σάν γίδια και τους πάνε/ σαν την κοπή τα πρόβατα, σαν βουκολιό γελάδια» (Ελήφθη εκ των «Απομνημονευμάτων» του Φωτάκου, τ. Α΄ …), (Αθ. Θ. Φωτόπουλος). Και κατ’άλλη παραλλαγή: Τρεις περδικούλες κάθουνται στη μέση στο Λεβίδι./ Έχουν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα/ η μια τηράει την Κέρτεζη[3], και η άλλη τις Κλουκίνες[4]/ και η τρίτη η καλύτερη μοιρολογάει και λέει:/ Τι ειν’ το κακό που γίνεται στη μέση στο Λεβίδι; / κάνε βουνά γκρεμίζονται, κάνε στοιχειά παλεύουν/ Μήτε βουνά γκρεμίζουνται,/ Μήτε στοιχειά παλεύουν,/ Εκλείσαν τον Στριφτόμπολα,/Οχτώ χιλιάδες Τούρκοι./ Χίλιοι τον κρούν τη μια μεριά/ Και χίλιοι από την άλλη,/ Μια μπαταριά του δόκανε/ Η μια μεριά κ’ άλλη,/ Τρία βόλια τον επήρανε,/ Τα τρία φαρμακωμένα./ το ένα τον πήρε στην καρδιά/ και τα’ άλλο στο πλεμόνι,/ Το τρίτο το φαρμακερό/ τον πήρε στο καρύδι/ Το στόμα του αίμα γέμισε/ Κ’ η μύτη του φαρμάκι/ Η γλώσσα του αηδονολαλεί/ σαν το χελιδονάκι,/ Βρέ πού είσαι μπάρμπα Κωσταντή/ και ξάδερφε Βασίλη,/ και Νικολάκη γλήγωρε/ Γκολφίνε αγαπημένε/ Για βγάλτε τα’ αλαφρά σπαθιά/ και τα βαριά τουφέκια,/ Ελάτε να με πάρετε/ Απ’ των Τουρκών τα χέρια,/ Και αν πάτε από την Κέρτεζη,/ Περάστ’ από της Κλουκίναις/ Κ’ ειδήτε τη γυναίκα μου/ Τη μικροπαντρεμένη,/ Πές της μη με καρτερή/ Να μη μ’ απαντυχαίνη/ Να μην αλλάξη την Λαμπρή/ Φλωριά να μη φορέση/ Τα’ εμένα με σκοτώσανε/ Οι Τούρκοι Τριπολιτζιώτες./ Πήρα τη πλάκα πεθερά/ Τη μαύρη γής γυναίκα/ Και αυτά τα λιανολίθαρα/ Πήρα γυναικαδέλφια»(Στριφτόμπολας, σ. 121)Στο Λεβίδι στις 13 Απριλίου, σ’ επιχείρηση 6000 Τούρκων, όντας επικεφαλής Καλαβρυτινών στρατιωτών (επικεφαλής των οποίων επίσης ήσαν οι Σ. Χαραλάμπης, Σ. Θεοχάρης, Θ. Σακελλαρίου, Ν. Σολιώτης, Κων/νος και Βασίλειος Πετιμεζαίοι, Παναγιώτης (Αναγνώστης) Αρβάλης) και Τριπολιτσιωτών, μαζί με τους Σολιώτη Ν. Χαραλάμπη Σωτήρη, Πετιμεζαίους Βασίλειο και Κων/νο, δείλιασαν «ως μη εξησκημένοι περί τας μάχας» και ετράπησαν σε φυγή στους απέναντι του Λεβιδίου ορεινούς λόφους. Εκεί εκτός του Αναγνώστη Στριφτόμπολα, εφονεύθη και ο Σωτήρης Σαλμενίκος Μπουλουκξής και τρείς άλοι στρατιώτες. (Φραντζής, Β΄, σ. 6-7). Μαζί του στη μάχη στο Λεβίδι, πολέμησε και ο Κατριμουστάκης (Βασίλης Κατρής) από το χωριό Μποντιά της Μαντινείας. Άλλο δημοτικό με τίτλο «Του Δημήτρη Στριφτόμπολα» είναι το εξής: «Νά ήταν η μέρα βροχερή κ’ η νύχτα ποντισμένη,/ Παρασκευή ξημέρωσε νά είθε μήν ξημερώσει/ π’ εκίνησ’ ο Στριφτόμπολας να πάει στη Μέσα Μάνη˙/ και Μαντινιώτες τα σκυλιά μπροστά τον καρτερούνε./ - Πίσω, μωρέ Στριφτόμπολα, και σύ, μωρέ Δημήτρη,/ γιατ’ οι Μανιάτες είν’ κακοί και θέ νά σέ σκοτώσουν./ - Βρέ γω Τούρκους δε σκιάζομαι, Ρωμαίους δεν φοβάμαι/ κι αυτά τα Νικολόπουλα στο νού μου δεν τά βάνω./ Κι ακόμα λόγος έστεκε κ’ η συντυχιά κρατιέται,/ μια μπαταριά του δώκανε με τρί’ ασημένια βόλια./ Τα τρία τον επλήγωσαν πικρά, φαρμακωμένα/ και το σπαθί ετράβηξε γιουρούσι για να κάμει/ κι αμέσως εγονάτισε με το σπαθί στο χέρι./ Ψιλή φωνίτσα έβγαλε όσο κι αν εδυνάστη:/ - Έχετε γειά, ψηλά βουνά, και χαμηλά λαγκάδια,/ βρυσούλες με τα κρύα νερά όλες να στερφευτήτε/ και σείς, βρέ παλληκάρια μου, και σείς, παιδιά δικά μου,/ πάρετέ μου το πόσι μου μαζί με τ’ άρματά μου,/ σύρτε τα της γυναίκας μου της μικροπαντρεμένης˙ πέτε της μή μέ καρτερεί καί μή μέ παντυχαίνει,/ γιατ’ εξαναπαντρεύτηκα κι άλλη γυναίκα πήρα,/ πήρα την πλάκα πεθερά τη μαύρη γής γυναίκα./» (Πρώτη δημοσίευση στο φυλλάδιο του Κ.Α. (= Γ. Στριφτόμπολα, υιού του ήρωα Αναγνώστη…),«ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟΝ. Πιστοποιούμεν οι υποφαινόμενοι εις ένδειξιν της αληθείας, ότι ο ποτέ Αναγνώστης Στριφτόμπολας, εκ της κωμοπόλεως Κερτέζης των Καλαβρύτων, επί της ενάρξεως του υπέρ της ανεξαρτησίας της Πατρίδος αγώνος, αναφανείς με ζήλον και πολλήν προθυμίαν, με ικανόν Σώμα στρατιωτών υπό την οδηγίαν του, οπλαρχηγός εν Καλαβρύτοις, ηγωνίσθη γενναίως εις την πολιορκίαν των εν Καλαβρύτοις οθωμανών. Μετά την άλωσιν δε τούτων, μεταβάς εις την πολιορκίαν της Κορίνθου, εφάνη χρήσιμος. Αλλά συνελθών μετά των λοιπών οπλαρχηγών της επαρχίας Καλαβρύτων εις το Λεβείδιον της Τριπολιτζάς, ετοποθετήθη εκεί μετά των λοιπών στρατευμάτων, όπου εις την εκείθεν φυγήν των λοιπών οπλαρχηγών από την επιδρομήν οκτώ χιλιάδων εκ Τριπόλεως εξελθόντων επιλέκτων οθωμανών, έμεινε μόνος, με τεσσαράκοντα και οκτώ εκ των στρατιωτών του ΕΞ ΟΙΚΙΑΣ ΤΟΥ θελήσεως, αντικρούων την άνισον αυτών δύναμιν, έπεσε γενναίως απέναντι των εχθρών της πατρίδος εις την αξιομνημόνευτον εκείνην Μάχην του Λεβειδίου, δι’ ής πρώτον επεστηρίχθη η υπέρ αναεξαρτησίας Ελληνική επιχείρησις! Πεσόντος του Αειμνήστου Τούτου Ανδρός, ή χήρα γυνή του Αγγελική Στριφτομπολίνα, μείνασα με πολυάριθμον και αδύνατον οικογένειαν, έφθασεν ως εκ του θανάτου του ανδρός της, και ως εκ των κατά την διάρκειαν της επαναστάσεως ανωμαλιών εις την εσχάτην ένδειαν και στεναχωρίαν, στερουμένη και αυτού του επιουσίου άρτου. Όθεν εις ένδειξιν τούτων, εγένετο το παρόν πιστοποιητικόν κατ’ αίτησίν της, και εδόθη εις χείρας της. Εν Αθήναις τη 30 Μαΐου 1827. Πέτρος Μαυρομιχάλης (Στρατηγός), Κανέλλος Δεληγιάννης  (Στρατηγός), Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (Στρατηγός), Νικήτας Σταματελόπουλος (Στρατηγός), Χρύσανθος Σισσίνης (Στρατηγός), Διονύσιος Ευμορφόπουλος (Συνταγματάρ.) (Στριφτόμπολας, σ. 54). Τα οστά του παραδόθηκαν στους ιερείς της Παντανάσσης και αυτοί τα επέταξαν σε βόθρο (Φοίνιξ, 19.3.1865) (Τριανταφύλλου, Λεξ. 1957). (Αθ. Θ. Φωτόπουλος). Ο Φωτάκος μεταξύ άλλων αναφέρει: «…αλλά και διδάσκαλος ων ο Στριφτόμπολας, ήτον όμως στιβαρός και ζωηρός˙ εγνώριζε να πετά το μαχαίρι κάμποσον μακράν, και τούτο εδίδασκε και εις τα πεδία. Ήτον άσπονδος εχθρός των Τούρκων, και όλη μέρα ήρχετο εις φιλονικίας με αυτούς, δεν εδύνατο να τους βλέπη και δεν τους υπέφερε διότι τον επείραζαν. Μίαν ημέραν εφιλονείκισε με ένα Τούρκον και τον εμαχαίρωσε, και αμέσως έγινε άφαντος από την Τριπολιτσάν. [ο Γ. Π. αναφέρει σχετικά: «το 1800-1805 ήτο δάσκαλος εν Τριπόλει, ένθα μαχαιρώσας Τούρκον έφυγεν εις Ζάκυνθον και είτα επανελθών τω 1818 ήτο επί τινά χρόνον σωματοφύλαξ του Ασ. Ζαΐμη: άμα δε τη ενάρξει ηγούμενος ολίγων συμπολιτών αυτού επολέμησεν εν Καλαβρύτοις και Λεβειδίω, όπου και ενδόξως απέθανε. Τούτου υιός ήτο ο αποθανών αξιωματικός της φάλαγγος και δήμαρχος Καλλιφωνίας Γ. Στριφτόμπολας. Συγγενείς δ’ επίσης είνε και οι εν Πάτραις Στριφτομπολαίοι, εν οίς ο πρώην βουλευτής Πατρών Αλέξιος (Π…, σ. 137)]. Μετά ταύτα εφάνη εις Ζάκυνθον και κατετάχθη εις τα εκεί στρατιωτικά τάγματα και εγυμνάσθη εις την οπλασκίαν. Κατά δε τα 1818 πάλιν εφάνη εις Τριπολιτσάν ως σωματοφύλακας του Ασημάκη Ζαΐμη, ενδεδυμένος και οπλισμένος ως οι τότε Τούρκοι. Εκεί ησθένησε βαρέως και ο Ζαΐμης δεν τον επεριποιήθη, αλλά τον αφήκε και έφυγε, και πολύ δια τούτο ελυπήθη, και φοβούμενος τους Τούρκους κατέφυγε εις του Ιωάννου Στεφανοπούλου, όστις κατήγετο από την κωμόπολιν Ζάτουναν της Καρυταίνης, μεταβάς δε εις Ζάκυνθον έμεινεν ολίγον χρόνον εκεί, και έπειτα ήλθεν και απεκατεστάθη εις Τριπολιτσάν επαγγελόμενος τον ωρολογοποιόν… και έφυγεν εκείθεν και ύστερον ήλθεν εις Λεβίδι όπου και απέθανεν εις την μάχην ταύτην… Και εις την μάχην των Καλαβρύτων πρότερον εφάνη, ότι είχεν πολύν ενθουσιασμόν, αλλ’ εκεί δεν είχε στάδιον δια να αναδειχθή, διότι εντός 24 ωρών οι κλεισθέντες ολίγοι Τούρκοι παρεδόθησαν εις τους προκρίτους της επαρχίας» (Φωτάκου: Βίοι Πελοπ/σίων…, 36). «…Συνέδραμε μετά του Θ. Κολοκοτρώνη και του Ν. Πετμεζά τον Λαλιώτην Αληφαρμάκην ή Αλήαγαν του Μοναστηρακίου επαναστάντα κατά των Τούρκων και τέλος το 1818 ο Αναγνώστης κρύφα επανελθών διέμενεν εν τη πατρίδι Κερτέζη, ότε τω 1819 εμυήθη τα της Φιλικής Εταιρείας και αναμένων την έναρξιν ηγωνίσθη εν Καλαβρύτοις και Λεβειδίω, όπου εφονεύθη…» (Π…, σ. 49). Ήταν μεταξύ των ορκισθέντων της πρώτης σειράς, στο λάβαρο της επανάστασης, στην Αγία Λαύρα το 1821 (Ν. Β. Αναστόπουλος, σ. 76). Ο πατέρας του καταγόταν από το Μεσορούγι. Στις 30.5.1827 εκδόθηκε το παρακάτω πιστοποιητικό:
Σωτηρόπουλος Νίκος (Κρυστάλλης): τελειόφοιτος Φιλολογίας από τη Στρέζοβα, δάσκαλος στο σχολείο του Πορετσού, στέλεχος της ΕΠΟΝ στη διάρκεια της Αντίστασης και διαφωτιστής της επαρχίας κατά την περίοδο του εμφυλίου, αυτοκτόνησε σ’ ένα καλύβι στην τοποθεσία Γαλάρια του Βιλιβίνη στην περιοχή του Τσαρουχλιού μαζί με την Ασπασία Δασκαλοπούλου και έναν ακόμη σύντροφό του γιατρό από την Πάτρα και έναν ακόμη αντάρτη με το επώνυμο Σωτηρόπουλος, για να μη συλληφθούν από το στρατό που τους είχε περικυκλώσει. Τα πτώματά τους τα πήραν ο πατέρας του Νίκου και δύο Σρεζοβινοί ο γερο Θανάσης Ροδόπουλος και ο Νίκος Φωτόπουλος και τα πήγαν στη Στρέζοβα όπου και τα έθαψαν. Ο εσατζής όμως Παπαδημητρακόπουλος Λάμπης, του οποίου ο πατέρας είχε εκτελεστεί από τους αντάρτες διέταξε και τους ξέθαψαν και τους έβγαλαν έξω από το νεκροταφείο όπου τους κατασπάραξαν τα όρνια και τα σκυλιά (Παλαιολογόπουλος Δημ.).
Σωτηρόπουλος Χρ.: αναφέρεται το 1906 ότι ήταν ελληνοδιδάσκαλος καταγόμενος από το Πλανητέρο .
Τεμπέλης Σπήλιος: δάσκαλος από τα Καστριά, στέλεχος της Εθνικής Αντίστασης, εντάχθηκε στον Δ. Σ. στον τομέα της διαφώτισης και στη συνέχεια «νομάρχης» Αργολιδοκορινθίας στην «Κυβέρνηση του Βουνού». Σκοτώθηκε ή αυτοκτόνησε μαζί με τον Γιάννη Κατσικόπουλο στις αρχές του Απρίλη του 1949 (Παλαιολογόπουλος Δημ.).
Τζήτος Δημητριάδης: (ή Τζήτος Σπυρίδων Δημητριάδης) δάσκαλος από το Μεσορούγι Καλαβρύτων που μετά το 1829 δίδαξε στη σχολή της Τριπόλεως. «Ανήρ πεπαιδευμένος και με ικανήν αρετήν, όστις και μερικώς εσχολάρχει, και εις δημόσια σχολεία, Πόρου, Αγγιάννη, Τριπόλεως και Αλλαχού»  (Φραντζής, τ. Α΄, σ. 83).
Τράγκας Γιώργος: αντάρτης του Δ. Σ. από τη Στρέζοβα, ανάπηρος από το ένα χέρι, που το 1948 φοίτησε στο Λαϊκό Διδασκαλείο Πελοποννήσου και έγινε δάσκαλος και διορίστηκε στο χωριό Ρετεμπύγα (Δόξα) της Γορτυνίας. Με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του στρατού κρυβότανε στο χωριό του. Παραδόθηκε όταν όλα είχαν τελειώσει τον Φλεβάρη του 1949 και το Σρατοδικείο της Πάτρας τον κατεδίκασε σε θάνατο και εκτελέστηκε αμέσως (Παλαιολογόπουλος Δημ.).
Τσάμης Γεώργιος του Χρ.: συνταξιούχος δάσκαλος όταν συναντήθηκε με τον Μάγερ, θυμάται ότι το 1943 ήταν μαθητής στο γυμνάσιο στα Μαζέϊκα και ο πατέρας του δίδασκε στο σχολείο του Πλανητέρου. Και οι δύο υποστήριζαν τους αντάρτες. Καθώς οι Γερμανοί πλησίαζαν στα Μαζέϊκα ο νεαρός τότε μαθητής το έσκασε από το χωριό στις 6 Δεκεμβρίου και ακολούθησε τον Καλαβρυτινό γιατρό Ανδρέα Παυλόπουλο . Στις σημειώσεις του και με την αφήγησή του προσπαθεί να απενοχοποιήσει τον Δ. Μίχο από τη λήψη της απόφασης για εκτέλεση των Γερμανών του λόχου Σόμπερ. Δίνει αρκετές πληροφορίες για τα γεγονότα τα σχετικά με τους ομήρους του Σόμπερ τόσο στον συγγραφέα Μάγερ όσο και μέσω της εφημερίδας «Η Φωνή των Καλαβρύτων», τεύχος Δεκεμβρίου 1999. Περιγράφει τι έγιναν οι πέντε αγνοούμενοι εκ του λόχου αυτού και την αντίδραση των Γερμανών του 11ου λόχου όταν αντίκρισαν τους νεκρούς συντρόφους τους στη θέση Μαγέρου. Επίσης αναφέρει για τις εκτελέσεις των κατοίκων στα Μαζέϊκα από τους Γερμανούς. Αναφέρει ότι οι Γερμανοί στις 19 Δεκεμβρίου 1943 τον υποχρέωσαν μαζί με άλλους να τους ακολουθήσει για να περισυλλέξουν τους νεκρούς στη θέση Μαγέρου. Μάταια η μάνα του τους εκλιπαρούσε να τον αφήσουν. Όταν συνέλεξαν τους νεκρούς, τους φόρτωσαν στα ζώα και επέστρεφαν, εκμεταλλεύτηκε το παραπάτημα ενός ζώου, που είχε σαν συνέπεια να πέσει το πτώμα που μετέφερε στο ρυάκι και κρύφτηκε στο κοντινό δάσος και όταν έφυγαν οι Γερμανοί έτρεξε σαν τρελός προς το σπίτι του. Ο πατέρας του τον οδήγησε στον Βρετανό Άντριους τον οποίο ειδοποίησε ότι έρχονται οι Γερμανοί. Στο σημείο που σώθηκε αφιέρωσε αργότερα εικονοστάσι (Μάγερ, 350, 352-353, 363-364, 400-401, 430-434).
Τσιμπουράκης Αλέξ.: διδάσκαλος επί τουρκοκρατίας στη σχολή Καλαβρύτων και στη Βοστίτσα (Φραντζής, τ. Α΄, σ. 83).«Διδάξας εις Πάτρας και είτα εις Καλάβρυτα και αλλαχού της Πελοποννήσου μέχρι το 1821∙ εξελέχθη πληρεξούσιος της εν Επιδαύρω Α΄ Εθνοσυνελεύσεως, και εχρημάτισε μέλος της επιτροπής επί του συντάγματος, απέθανε δε τα κοινά τελών μεσούντος του ιερού αγώνος[5]» (Σάθας, Βιογραφίαι.., σελ. 576).
Τσιούνης Γιώργος: («Ο δασκαλάκος» όπως το έλεγαν οι συγχωριανοί του), 29 ετών από το Δεχούνι. Δάσκαλος και πολιτικό στέλεχος στην επαρχία Καλαβρύτων κατά την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, από το Δεχούνι. Στο Δεχούνι το Γενάρη του 1946 πέντε παρακρατικοί από τη Γορτυνία στην προσπάθειά τους να συλλάβουν τον Αντιστασιακό δάσκαλο για να τον δολοφονήσουν μαχαίρωσαν την επτά μηνών έγγυο αδελφή του Βασιλική η οποία προσπάθησε μαζί με τη μάννα της και πέτυχαν να τον σώσουν. Πιάστηκε μέσα σ’ ένα καλύβι στο χωριό Νάσια ύστερα από προδοσία στις 5/3/1949. Ήταν παντού κυνηγημένος. Τον βασάνισαν άγρια. Τον πήγαν στην Κόκοβα σκάψανε ένα λάκκο και τον έβαλαν μέσα μέχρι το λαιμό για μια ολόκληρη νύχτα. Την επόμενη τον πήγαν στα Μαζέϊκα και εκτελέστηκε από το στρατό στις 6/3/1949 στο δρόμο προς το Καρνέσι. Όπως λέγεται το πτώμα του το έστησαν όρθιο στον κορμό μιας αγραπιδιάς και του έβαλαν στα χέρια μια εφημερίδα να φαίνεται ότι διαβάζει. Δεν επέτρεψαν στην αδελφή του τη Βασιλική να τον θάψει (Παλαιολογόπουλος Δημ.).
Τσίχλης: επώνυμο που απαντάται το 1906 από τον Γ. Π. στον Πλάτανο Αιγίου. Αναφέρονται οι: Δημ. Τσίχλης δικηγόρος, Χρίστος και Κ. Τσίχλης φοιτητές, Βασίλ. Τσίχλης δημοδιδάσκαλος (Παπανδρ.: Επαρχ…, σ. 311).
Φαλτσέτας Αριστείδης: δάσκαλος στο χωριό Μορόχοβα  το 1906.
Φατσογιάννης Παναγιώτης: ελληνοδιδάσκαλος από Αγία Βαρβάρα  Νωνάκριδος, το 1906 (Π…, σ. 304).
Φίλιας Κ.: δάσκαλος το 1906 από τους Λαπαναγούς (Π…, σ. 236).
Φλούδας Θ.: δάσκαλος το 1906 στο χωριό Νάσια (Π…, σ. 202). (Φλούδας: επών. από τη ν.ε. λέξη φλούδα, μσν. φλούδι(ον)υποκορ. του ελνστ. φλος (αρχ. φλοιός) {Λ.Τ.}).
Φωτήλας Αντώνιος: εκ Καλαβρύτων, ο οποίος εδίδαξε Ελληνικά και μουσική στα Καλάβρυτα το 1787 και στη συνέχεια μετέβη στη Βιέννη για θεραπεία των ματιών του. Εκεί αφού θεραπεύτηκε προσκλήθηκε από τους εκεί Αμπελακιώτες εμπόρους ως δάσκαλος στην πόλη αυτών, όπου αφού αναγνωρίστηκε ως ικανός για την εκπαίδευση της νεολαίας, παντρεύτηκε και έμεινε εκεί μέχρι τον θάνατόν του (Γ. Π.).
Φωτόπουλος Θεόδ.: δάσκαλος το 1906 στο χωριό Αγρίδι Σοπωτού  καταγόταν από τους Καμενιάνους (Π…, σ. 215, 216).
Χασαπόπουλος Ευγένιος: δάσκαλος και παπάς συγχρόνως στη Λυκούρια  Καλαβρύτων.
Χρύσης: επώνυμο που αναφέρεται το 1906 από τον Γ. Π. στο χωριό Συλίβαινα. Αναφέρονται οι: Θεοφ. Χρύσης ιατρός, Ανδρόνικος Χρύσης προηγούμενος Σκαφιδιάς, Δημ. Χρύσης δικηγόρος και Ιω. Χρύσης Ελληνοδιδάσκαλος (Π…, σ. 312).
Σημείωση: όπου στις πηγές αναφέρεται: 1. (Π…, σ. …) εννοείται (Παπανδρέου: Επαρχία Καλαβρύτων..., σ. …).  2. Γ. Π. εννοείται Γεωργίου Παπανδρέου (ως άνω).

1 Τω 1753, προνοία της Μεγάλης Εκκλησίας, η Βατοπεδινή σχολή επεκταθείσα μετωνομάσθη Αθωνιάς Ακαδημία. (Δωροθέου Ευελπίδυο, οι περί ιερωσύνης λόγοι του Χρυσοστόμου, εν Αθήναις 1867. προλεγ.)-Πανδώρα, τόμ. ΙΗ΄. σελ. 146.
2 Ο παππούς του Αναγν. Στριφτόμπολα, Δημήτριος Στριφτόμπολας είχε σύζυγο την αδελφή του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, πατέρα του Θ. Κολοκοτρώνη.
3 Πατρίδα του Αναγν. Στριφτόμπολα.
[4] Πατρίδα των γονέων του.
[5] Αλήθεια, αριθ. 292, σελ. 4.

(Και αυτό το κείμενο αποτελεί μέρος της έρευνας – που θα αργήσει να τελειώσει – για την επαρχία Καλαβρύτων. Ζητώ την κατανόηση για όσα έχω παραλείψει. Ελπίζω με το τέλος της έρευνας να είναι ελάχιστα και ασήμαντα).

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου