Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Λαϊκές Παροιμίες


Α
Αγάλι αγάλι τούμπανα, τι είναι φτωχός ο γάμος.
Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι.
Άδουλος δουλειά δεν έχει το βρακί του λύει και δένει.
Άκουσε γέρου συμβουλή και παιδευμένου γνώση.
Ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι.
Αλαργινός ο κήπος δωριανά τα λάχανα.
Αλί απ' τον Αλή που 'χασε τ' άλογο του και πιλαλεί.
Αλί από κείνον που πλακώνει το σβέρκο του.
Αλλά είν' τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας.


Άλλοι σπέρνουν, άλλοι θερίζουν.
Άλλοι σπέρνουν και θερίζουν κι άλλοι τρών' και μαγαρίζουν.
Άλλος στου Κόκλα κι άλλος στου Πυρή.
Άλλος έχει τ' όνομα κι άλλος τη χάρη.
Αλλού τ' όνειρο κι αλλού το θάμα.
Αλλού με τρίβεις δέσποτα κι αλλού έχω εγώ το πόνο.
Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννάν' οι κότες.
Αν δε κουνήσει η σκύλα την ουρά της, ο σκύλος δεν πάει κοντά της.
Αν δεν αστράψει, δε βροντά.
Αν έχεις τέτοιους φίλους τι τους θέλεις τους εχθρούς.
Αν ήταν καλή η δουλειά θα δούλευε κι ο Δεσπότης.
Αν είσαι και παπάς με την αράδα σου θα πάς.
Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει.
Αν έχεις νύχια ξύνεσαι.
Αν ήταν το βιολί ψωλή θα το παίζανε πολλοί.
Αν δε βρέξεις κώλο ψάρια δεν τρως.
Αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει.
Αν βρέξει ο Απρίλης δυό νερά κι ο Μάης άλλο ένα, χαρά σε κείνον το ζευγά πούχει πολλά σπαρμένα.
Ανάποδα σαν τον κάβουρα.
Ανάρια ανάρια το φιλί για να 'χει νοστιμάδα.
Ανύπαντρος προξενητής, για πάρτη του γυρεύει.
Απ' τ' αυτί και στο δάσκαλο.
Άπιαστα πουλιά, χίλια στον παρά.
Άπλωνε το πόδι σου, κατά το πάπλωμα σου.
Απρίλης με τα λούλουδα και Μάης με τα ρόδα.
Από αγκάθι βγαίνει ρόδο κι από ρόδο βγαίνει αγκάθι.
Από Μαρτιού πουκάμισο κι απ’ Αύγουστο σεγκούνι.
Από κει που πήδησε η κατσίκα θα περάσει και το κατσικάκι.
Από το γάμο έρχομαι και μα την πείνα που 'χω.
Από το στόμα σου και στου θεού τα’ αυτί.
Από 'ξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα.
Από τη λεχώνα κι απ' τη μαμή, εχάθει το παιδί.
Από φτωχό μη δανειστής περπατάει και κλαίει.
Αργεί ο Θεός και σκάει ο φτωχός.
Άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες.
Άρπαξε να φας και κλέψε να 'χεις.
Άσπρος ήλιος, μαύρη ημέρα.
Άσχημο παιδί στην κούνια, όμορφο στη ρούγα.
Αύγουστε καλέ μου μήνα, να 'σουν δυό φορές το χρόνο.
Άφησε το γάμο και πάει για πουρνάρια.
Β
Βάλαν τον τρελό να χέσει κι έκατσε και ξεκωλιάστει.
Βαράει το σαμάρι ν' ακούσει ο γάιδαρος.
Βασιλικός κι αν μαραθεί τη μυρωδιά την έχει.
Βαστάτε ποδαράκια μου να μη σας χέσει ο κώλος μου.
Βγάζει απ' τη μύγα ξύγκι.
Βοήθα με φτωχέ να μη σου μοιάσω.
Βόϊδι πήγε, γελάδα γύρισε.
Βρήκαμε παπά, ας θάψουμε καμιά δεκαριά.
Βρήκε ο Φίλιππος το Ναθαναήλ.
Γ
Γάτος γαμάει, γάτος σκούζει.
Γέρος κι αν επαινεύτηκεν, ανήφορος το δείχνει.
Γέρου πορδή μην ακούς, λόγο ν' ακούς.
Γιος ο γαμπρός δε γίνεται κι η νύφη θυγατέρα.
Γλυκάθηκε η γριά στο μέλι, θα φάει και το κουβέλι.
Γλυκός ο ύπνος το πρωί, γδυτός ο κώλος τη Λαμπρή.
Γουρούνι στο σακί.
Δ
Δε φοβάται το βουνό από τα χιόνια.
Δε δίνει έναν παρά.
Δε με θέλεις μία οργιά, δε σε θέλω μία τριχιά.
Δε μου κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη.
Δείξε μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι.
Δεν έγινα παπάς ν' αγιάσω, έγινα παπάς για να περάσω.
Δεν κάνει ούτε στο σακί ούτε στο σακούλι.
Δεν ξέρει να μοιράσει δυό γαϊδάρων άχυρο.
Δεν είμαι φαγάς, είμαι παραπονιάρης.
Δεν πίν' η κατσούλα ξίδι.
Δυό γάιδαροι μαλώνανε σε ξένη αχυρώνα.
Δύο καρπούζια κάτω από μία αμασκάλη δε χωράνε.
Δώδεκα η αλουπού, δεκατρία τ' αλουπόπλο.
Δώθε πάν' οι άλλοι.
Ε
Έβαλαν το λύκο να φυλάξει τα πρόβατα.
Έβαλε το κεφάλι του στον ντορβά.
Έβγα έξω και πομπέψου κι έμπα μέσα και πορέψου.
Εγώ το λέω στον σκύλο μου κι ο σκύλος στην ουρά του.
Εγώ μιλάω, γαϊδούρια κλάνουνε.
Εγώ βαφτίζω και μυρώνω, άρα ζήσει άρα δε ζήσει.
Εγώ το λέω του σκύλου μου κι ο σκύλος στην ουρά του.
Είναι για το γάιδαρο καβάλα.
Είπ' ο ένας το 'να τ' άλλο κι ο παπάς το κύριε ελέησον.
Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα.
Έκανε τ' άχυρα κομμάτια.
Έκανε κι η ψείρα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο.
Εκατό ξυλιές στον ξένο κώλο λίγες είναι.
Έκαψα την καλύβα μου να μη με τρων οι ψύλλοι.
Έκλασε η νύφη, σχόλασε ο γάμος.
Έμαθα γδυτός και ντρέπομαι ντυμένος.
Έμαθε να βελονιάζει και γαμεί το μάστορή του.
Εμακρύναν οι ποδιές σου, σκεπαστήκαν οι πομπές σου.
Εμείς το λύκο βλέπουμε, πούθε πάν' τ' αχνάρια του.
Εμπήκ' ο λύκος στο μαντρί, αλλοί που 'χε το ένα.
Ένα το 'χει η Μαριορή το στεγνώνει το φορεί.
Ένας κούκος δε φέρνει την Άνοιξη.
Έρμα μαντριά γιομάτα λύκους.
Εφτού που είσαι ήμουνα και δω που είμαι θα ' ρθεις.
Έχασε τ' αυγά με τα καλάθια.
Έχε τα πόδια σου ζεστά την κεφαλή σου κρύα, τον στόμαχόν σου ελαφρύ γιατρού δεν έχεις χρεία.
Έχει ο σάκος άλευρα; Χρίστος Ανέστη. Δεν έχει; θάνατον πατήσας.
Έχω πολλά ράμματα για τη γούνα σου.
Ζ
Ζει με το φακόσπυρο.
Ζήσε μαύρε μου να φας τριφύλλι.
Η
Η καμήλα από τ' αυτί δεν κουτσαίνει.
Η γριά κότα έχει το ζουμί.
Η σκύλα από τη χαρά της τα κάνει στραβά τα κουτάβια της.
Η καλή νοικοκυρά, είναι δούλα και κυρά.
Η αλεπού είχ' εργατιά και κείνη ακριδολόγαγε.
Η ντροπίτσα τρώει πετρίτσα.
Η παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς.
Η φωτιά και το νερό δεν έχουν μαλλιά.
Η φτώχεια φέρνει γκρίνια.
Η τιμή τιμή δεν έχει και χαρά στον που την έχει.
Η αλεπού και το παιδί της, ένα τομάρι έχουνε.
Η γαϊδούρα σαράντα πουλάρια έκανε και το σαμάρι δεν της έλειψε.
Η γριά το μισοχείμωνο ξυλάγγουρο γυρεύει.
Η κότα σγαρλίζοντας, τα μάτια της θα βγάλει.
Η νύφη όντας θα γεννηθεί της πεθεράς θα μοιάσει.
Η τέχνη θέλει μάστορη κι η φάβα θέλει λάδι.
Η πουτάνα ήθελε να κρυφτεί μα η χαρά δεν την άφησε.
Ή μικρός παντρέψου, ή μικρός καλογερέψου.
Θ
Θα πηδήξω τάτα, θα σε δω παιδάκι μου.
Θα το βρει η στραβή τ' αρνί της.
Θα το βρει η τάβλα το καρφί της.
Θέλεις θέρισε και δέσε, θέλεις δέσε και κουβάλα.
Θέλω ν' αγιάσω κι ο διάβολος δεν μ' αφήνει.
Θρέψε λύκο το χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι.
Κ
Κάθ' ενού η πορδή, μόσχος του μυρίζει.
Κάθε ημέρα δεν είναι τ' Αϊ Γιωργιού.
Κάθε μαχαλάς και τάξη, κάθε ρούγα και ζακόνι.
Και τα καλά δεχούμενα και τα κακά.
Και η κοσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες.
Και μ' εκατό στη φυλακή και με τα λίγα μέσα.
Και την πορδή σου δύναμη.
Καινούργιο κοσκινάκι μου, και που να σε κρεμάσω.
Καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός τα παραπούλια.
Κακό χωριό τα λίγα σπίτια.
Καλά είν' τα ρουπακόφυλλα με το ρογί το λάδι.
Κάλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε.
Κάλιο η μάμα μου παρά η μάνα μου.
Κάλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι.
Κάλιο λόγια στο χωράφι, παρά μάγκανα στ' αλώνι.
Κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα.
Κάλλιο μία μέρα κόκκορης παρά πέντε μέρες κότα.
Κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει.
Κάλλιο στο παλούκι, πάρα σώγαμπρος.
Κάνε με σοφό, να σε κάνω πλούσιο.
Κάνει την τρίχα τριχιά.
Κάνεις το χωριάτη φίλο; Κράτα και κομμάτι ξύλο.
Κανένας δεν άγιασε στον τόπο του.
Κατά το ζώο και το φόρτωμα.
Κατά μάνα κατά κύρη κατά γιος και θυγατέρα.
Κάτινου χαρίζανε ένα γάιδαρο και τον κοίταγε στα δόντια.
Κι ο Άγιος φοβέρα θέλει.
Κι εγώ κακό χερόβολο και συ κακό δεμάτι.
Κίνησε ο Οβριός για το παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο.
Κλαίν' οι χήρες, κλαίν' κι οι παντρεμένες.
Κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά.
Κοντακιανός λογαριασμός, παντοτινή αγάπη.
Κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει.
Κρασί σε πίνω για καλό και συ με πας στο βράχο.
Κρυώνει σα γύφτος.
Κώλος που κλάνει γιατρό δε φοβάται.
Λ
Λαγόν εσφάζαν κι έκλανε, καλά που δεν έχεζε.
Λαγός τη φτέρη κούναγε, κακό του κεφαλιού του.
Λέγε λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά και θέλει.
Λείπει ο γάτος χορεύουν τα ποντίκια.
Λόγο είπα, λόγγο δεν έκοψα!
Λύσε δέσε το γουρούνι, μακρυσκοίνησε την κλώσα, πέρασε η μέρα.
Μ
Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης.
Μάστορης είναι και της κατσίκας ο κώλος.
Με πορδές αυγά δε βάφονται.
Με στραβό σαν κοιμηθείς το πρωί γκαβίζεις.
Με το στόμα μπάρα μπάρα με τα χέρια κουλαμάρα.
Με το στανιό ο σκύλος μαντρί δε φυλάει.
Με το νου πλουταίν' η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα.
Μερεμέτα και σκαπέτα.
Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα.
Μη με κοιτάς στο γύρισμα, γυρίζω παλικάρι να με κοιτάς στο λιόκρισμα που σπάω το λιθάρι.
Μην παίζεις με τη φωτιά.
Μήνας που δεν έχει ρο, ρίξε στο κρασί νερό.
Μία στο καρφί και μία στο πέταλο.
Μία αλεπού κοψονούρα όλες τις θέλει κοψονούρες.
Μία κοιλιά καλή κοιλιά κρατάει πέντε ημέρες.
Μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα.
Μούντζω κατά του Κουρουνιού, σπάσανε οι μπογάνες.
Μπάτε σκύλοι αλέστε.
Μπρος τα κάλλη τι είν' ο πόνος.
Ν
Ν' άκουγε ο Θεός τον κόρακα, όλοι οι γάιδαροι θα ψοφούσαν.
Να 'χα πουτάνας ριζικό και ακαμάτρας μοίρα.
Νηστεύει ο δούλος του Θεού, γιατί δεν έχει να φάει.
Νηστικό αρκούδι δε χορεύει.
Ντράπου η κόρη, βρέθει γκαστρωμένη.
Ο
Ο αγουροφάγος έφαγε, ο ρουμοφάγος δεν έφαγε.
Ο άμωρος λόγος κι ο κάλπικος παράς μένει στο νοικοκύρη
Ο χορτάτος τον πεινασμένο δεν τον πιστεύει.
Ο πνιγμένος απ' τα μαλλιά του πιάνεται.
Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται.
Ο λύκος από τα μετρημένα τρώει.
Ο καλός ο μύλος τ’ αλέθει όλα.
Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται.
Ο πρωτομυριστής και πρωτοκλαστής.
Ο πεινασμένος γάιδαρος, ξυλιές δε λογαριάζει.
Ο διακονιάρης τα μπροστινά σακούλια βλέπει.
Ο κακός χρόνος περνάει, ο κακός γείτονας δεν περνάει.
Ο τεμπέλης κι ο φαγάς ή χωροφύλακας ή παπάς.
Ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του.
Ο βήχας κι ο παράς δεν κρύβονται.
Ο παπάς πρώτα βλογάει τα γένια του.
Ο κλαψιάρης έφαγε τον τραγουδιστή.
Ο τρελός είδε το μεθυσμένο και φοβήθηκε.
Ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται.
Ο άμωρος λόγος κι ο κάλπικος παράς στον νοικοκύρη μένει.
Ο κακός γείτονας κάνει τον καλό νοικοκύρη.
Ο λόγγος δεν εφοβήθει το τσεκούρι μα το στειλιάρι.
Ο λόγος σου με χόρτασε και τα ψωμί σου φάτο.
Ο λύκος από τα μετρημένα τρώει.
Ο ύπνος θρέφει μάγουλα και ξεγυμνώνει κώλους.
Ο ύπνος θρέφει τα μωρά κι ο ήλιος τα μοσχάρια.
Ο Μανόλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια.
Οι φίλοι γίνονται φίδια.
ΟΙ τριφτάδες κι ο χυλός ώσπου να σηκωθείς ορθός.
Όλ’ ανάποδα κι ο γάμος την Τετράδη.
Όλα τα γουρούνια μία μύτη έχουνε.
Όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γκαστρωμένη.
Όλα τα 'χε η Μαριορή, ο φερετζές της έλειπε.
Όλα τα γουρούνια μία μύτη έχουνε.
Όλα τα πουλιά πάν' κι έρχονται κι ο σπουργίτης αναμένει.
Όλοι αντάμα κι ψωριάρης χώρια.
Όλοι κλαίν τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι.
Όμοιος τον όμοιο κι η κοπριά στα λάχανα.
Όποια έχει ρόκα και παιδί, στη γειτονιά να μην εβγεί.
Οποίος μπαίνει στο χορό, χορεύει.
Οποίος φτύνει κατά πάνω φτύνει τα μούτρα του.
Οποίος πάει ανάγυρα πάει σπίτι του.
Οποίος δεν μιλάει το θάφτουν ζωντανό.
Οποίος βαριέται να ζυμώσει πέντε ημέρες κοσκινάει.
Οποίος κατουράει στη θάλασσα το βρίσκει στ' αλάτι.
Οποίος κεντάει το γάιδαρο μυρίζεται τις πορδές του.
Οποίος πηδάει πολλά παλούκια ένα θα μπει στον κώλο του.
Οποίος πίνει βερεσέ μεθάει δυό φορές.
Όποιος σκάβει το λάκκο τ' αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα.
Όποιος έχει πολύ πιπέρι ρίχνει και στα λάχανα.
Όποιος έχει αμπέλι, ας βρει δραγάτη.
Όποιος κρύβει την αρρώστια του πάει με δ' αύτη.
Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρων' οι κότες.
Όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια.
Όποιος χέζει στη θάλασσα, το βρίσκει στ’ αλάτι.
Όπου λαλούν πολλοί κοκκόροι αργεί να ξημερώσει.
Όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά.
Όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι.
Όπου φτωχός κι η μοίρα του.
Όπως μου βαράνε χορεύω.
Όρκος του ρωμιού, πόρδος του γουρνιού.
Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος.
Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια.
Όση ώρα μίλαγες πατέρα, ξέρεις πόσες μύγες έχαψε ο σκύλος;
Όσο είν' ο νους μου στο χωράφι τόσα βόϊδα να βρεθούνε.
Όταν πέσει το δέντρο, ο καθένας κόφτει ξύλα.
Όταν ακούς την αρκούδα στου γείτονα την αυλή, καρτέρα τη και στη δική σου.
Όταν ανακατώσεις τα σκατά, βρωμάνε.
Ότι έσπειρες θα θερίσεις.
Ότι πάρει η νύφη στην καβάλα.
Ότι μικρομάθαινες, δεν τα γεροντάφηνες.
Ούτε ψύλλος στον κόρφο του.
Ούτε κότες έχω ούτε με την αλουπού μαλώνω.
Π
Πάν' τα σύννεφα την Πάτρα, πάν τα ρέματα γιομάτα.
Παπά παιδί διαβόλου γκόνι.
Παπάς εγίνεις Κώστα; Το 'φερ' η κατάρα.
Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο.
Πάρ' τον στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου.
Παρασκευή και Σάββατο, ποτέ άφεγγο δε μένει.
Παρηγοριά στον άρρωστο. ώσπου να βγει η ψυχή του.
Παστρική καλή Θοδώρα το τσαρούχι μέσ' την πίτα.
Πέντε μήνες έναν κόμπο, ένα μήνα πέντε κόμπους.
Περήφανος καλόγερος, άδεια τα σακούλια του.
Πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε.
Πέσε πίτα να σε φάω.
Πήγε σαν το σκυλί στ' αμπέλι.
Πιάσ' τ' αυγό και κούρεψ' το.
Πιάστηκε σαν τον ποντικό στη φάκα.
Πίνει η κότα το νερό, μα κοιτάει και το Θεό.
Ποιος στραβός δε θέλει το φως του.
Πολλές φορές πάει η κολοκύθα για νερό, μία πάει και δε γυρίζει.
Που πας ξιπόλητος στ' αγκάθια.
Πουτάνα με τα κλάηματα και κλέφτης με τους όρκους.
Πουτάνας τύχη δε χάνεται.
Πως πάνε οι στραβοί στον Άδη; ένας κοντά στον άλλονε.
Πως πάν' αράπη τα παιδιά σου, όσο πάνε και μαυρίζουνε.
Σ
Σ' εσέ το λέω πεθερά, για να τ' ακούσει η νύφη.
Σ' αγαπώ κυρά να κλάνεις αλλά μην το παρακάνεις.
Σαν το χιόνι στον κόρφο του.
Σαν τις κακές συννυφάδες.
Σαν την καλαμιά στον κάμπο.
Σαν τη γίδα το ψαλίδι.
Σαν της Λαμπρής τ' αυγά.
Σαν τη γελάδα την κοπριά.
Σε σάπιο σανίδι μην πατάς.
Σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου.
Σκόρπισαν σαν του λαγού τα πουλιά.
Σκυλί που γαβγίζει μην το φοβάσαι.
Σόι πάει το βασίλειο.
Στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα.
Στην αναβροχιά, καλό είν' και το χαλάζι.
Στην γειτονιά τριαντάφυλλο και μεσ' το σπίτι αγκάθι.
Στις εννιά του μακαρίτη, άλλος μπήκε μες' το σπίτι.
Στο γάμο πάει ο γάιδαρος ή για νερό ή για ξύλα.
Στο μπόι σου βρίσκεις, στην γνώμη σου δε βρίσκεις.
Στολίστει η νύφη κι απόμεινε.
Στου κασιδιάρη το κεφάλι.
Στους στραβούς κυβερνάει ο μονόφθαλμος.
Στραβός βελόνι εγύρευε μέσα στην αχυρώνα.
Στραβός στραβό οδήγαγε κι ηύραν κι οι δυό το βράχο.
Συμπέθεροι και κουμπάροι, τον πρώτο χρόνο έχουν τη χάρη.
Τ
Τ’ Αγι' Αντωνιού, τ' Αϊ Θανασιού, του βλάχαρου ο Χειμώνας.
Τ’ αμπέλι θέλει αμπελουργό, το σπίτι νοικοκύρη.
Τα μισά της χιλιάδας πεντακόσια.
Τα κουκουλώνει σαν τη γάτα.
Τα λόγια γυρίζουν το ποτάμι.
Τα στερνά νικούν τα πρώτα
Τα ξερά σκατά στον τοίχο δεν κολλάνε.
Τη μία Πάσχα και την άλλη χάσκα.
Της καλής προβατίνας της κρεμάνε το τροκάνι.
Της ελιάς το βάσανο.
Της νύχτας τη δουλειά τη βλέπει η μέρα και γελά.
Της κοντής ψωλής τα μαλλιά της φταίνε.
Τι είν' ο κάβουρας τι είν' το ζουμί του.
Τι έχεις Γιάννη; Τι είχα πάντα.
Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω.
Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι.
Τι ράσο δεν κάνει τον παπά.
Τι έχεις γέρο που χορεύεις; Δε μ' αφήνουν τα δαιμόνια.
Το μαγκούφι το κρασί, την καρδούλα μου τη σείει.
Το έξυπνο πουλί πιάνεται από τα τέσσερα.
Το ραβδί έχει δύο άκρες.
Το λύκο του κουρεύανε, πούθε παν' τα πρόβατα.
Το σιγανό ποτάμι να φοβάσαι.
Το χορεύει στο ταψί.
Το μυρμήγκι σαν είναι να χαθεί βγάζει φτερά.
Το καλό το σύκο το τρώει η κουρούνα.
Το φτηνό το κρέας τα σκυλιά το τρώνε.
Το ποτάμι δε γυρίζει πίσω.
Το αίμα νερό δε γίνεται.
Το φαϊ και το ξύσιμο ώσπου ν' αρχίσουν θέλει.
Το κατσίκι έφαγε χορτάρι, λύκος να φάει τη μάννα του.
Το γουρούνι το κράζουν για μαχτό και κείνο πάει για σκατό.
Το σόι σώζεται.
Το κρύο με το σακί μπαίνει και με το βελόνι βγαίνει.
Το μάτι σπάει την πέτρα.
Το ινάτι βγάζει μάτι.
Το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη.
Το 'να παιδί καλό παιδί και τ' άλλο γαμώ τη μάνα του.
Το πολύ νταμάχι τρώει το στομάχι.
Το ποτάμι κοιμάται, ο οχτρός δεν κοιμάται.
Το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει.
Το γουδί το γουδοχέρι.
Τον ξεδιάντροπο φτύνανε κι έλεγε ψιχαλίζει.
Τον τραβάει απ' το καπίστρι.
Τον φτωχό και το χωριάτη ξένη έγνοια το γερνάει.
Τον έφτυσε στο στόμα.
Του φτωχού το εύρημα, ή καρφί ή πέταλο.
Του ' βαλε χαβιά.
Του παιδιού μου το παιδί, μου είναι δυό φορές παιδί.
Του σχοινιού και του παλουκιού.
Του παπά η κοιλιά είν' αμπάρι, θέλει να φάει και να πάρει.
Τού ταξε λαγούς με πετραχήλια.
Τούρκο φίλευε και τον κώλο φύλαγε.
Τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο.
Τρέμει σαν το φύλλο.
Τρέμει σαν το σκύλο κάτω απ' το ρέχτι.
Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα.
Φ
Φαει κουμπάρε ελιές, καλό είν' και το χαβιάρι.
Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά λιθάρια.
Φούρνος να μην καπνίσει.
Φτωχό τ' αρνί πλατιά ουρά.
Φωνάζει ο κλέφτης για να φοβηθεί ο νοικοκύρης.
Χ
Χαρτιά γραμμένα, στόματα βουλωμένα.
Χώρια τα στέρφα από τα γαλάρια.
Χωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει.
Ψ
Ψάλε δεσπότη, με πονεί το δάχτυλο μου.
Ψάχνει ψύλλους στ' άχυρα.
Ψωμί δεν έχουμε τυρί ζητάμε.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου